Перевод: с греческого на английский

с английского на греческий

clinging

  • 21 ἀνθέξῃ

    ἀνθέξηι, ἄνθεξις
    clinging to: fem dat sg (epic)
    ἀντέχω
    hold against: fut ind mid 2nd sg

    Morphologia Graeca > ἀνθέξῃ

  • 22 εμπεφυκότως

    ἐμπεφυκότως
    clinging firmly: indeclform (adverb)

    Morphologia Graeca > εμπεφυκότως

  • 23 ἐμπεφυκότως

    ἐμπεφυκότως
    clinging firmly: indeclform (adverb)

    Morphologia Graeca > ἐμπεφυκότως

  • 24 πετροφυής

    πετροφυής
    clinging to rock: masc /fem nom sg

    Morphologia Graeca > πετροφυής

  • 25 προσπεφυκότως

    προσπεφυκότως
    clinging to: indeclform (adverb)

    Morphologia Graeca > προσπεφυκότως

  • 26 ἀγχίκρημνος

    Lexicon to Pindar > ἀγχίκρημνος

  • 27 γλίσχρος

    γλίσχρος, α, ον,
    A sticky, Hp.VC14;

    γῆ Thphr.6.5.4

    ; joined with λιπαρός, Pl.Ti. 82d, 84a;

    γ. τὸ σίαλον Pherecr.69.3

    ; of oil, Arist.Mete. 383b34; opp. ψαθυρός (q. v.), ib. 385a17; tough,

    ξύλον Thphr.3.17.5

    .
    II metaph.,
    1 sticking close, importunate,

    γ. προσαιτῶν λιπαρῶν τε Ar.Ach. 452

    : metaph., clinging,

    γ. ἡ ὁλκὴ τῆς ὁμοιότητος Pl.Cra. 435c

    . Adv.

    -ρως, ἐπιθυμεῖν Id.Cri. 53e

    ; εἰκάζειν make a close comparison, Id.R. 488a, cf Cra. 414c: [comp] Sup.

    -ότατα, σαρκάζοντες Ar. Pax 482

    .
    2 penurious, niggardly, Arist.EN 1121b22;

    γλίσχρον βλέπειν Euphro10.16

    . Adv.

    - ρως καὶ κατὰ σμικρὸν φειδόμενος Pl.R. 553c

    , cf. X.Cyr.8.3.37;

    φαύλως καὶ γ. παρείχοντο χρήματα Hell.Oxy.14.2

    ; γ. ζῆν, opp. τρυφᾶν, Arist.Pol. 1266b26; γ. λαμβάνειν, opp. ἀφθόνως διδόναι, ib. 1314b3: hence, with difficulty, hardly,

    γ. καὶ μόλις λαμβάνειν D.37.38

    , cf. App.Mith.72;

    ἢ τὸ παράπαν οὐδέν.., ἢ γ. Arist.Pol. 1275a38

    ; also τρόπον τινὰ γλίσχρον but scantily, Id.PA 660b14.
    3 of things, mean, shabby, of buildings, D.23.208;

    γ. δεῖπνον Plu.Lyc.17

    ; of land, poor, Id.Flam.4;

    γ. τέχναι Luc.Fug.13

    ;

    Χρύσιππος πολλαχοῦ γ. ἐστίν Plu.2.31e

    .
    4 Adv. - ρως, of painting, carefully, with elaborate detail, Philostr.Im.2.12 and 28. (Cf. γλοιός.)

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > γλίσχρος

  • 28 εὐλαβής

    A taking hold well, holding fast, clinging, metaph.,

    πενία Luc.Tim. 29

    : lit. in Adv.

    εὐλαβῶς, κατέχειν Ael.NA3.13

    , 6.55 ([comp] Sup.): but mostly,
    II metaph., undertaking prudently, discreet, cautious, Democr.91, Pl.Plt. 311a, al.; τὸ εὐλαβές, = εὐλάβεια, ib.b;

    εὐλαβὴς περί τι Plu.CG3

    ; τὸ πρὸς τὰ μεγάλα τῶν τετολμημένων εὐ. Hdn.2.8.2; εὐ. ἀπό τινος keeping from.., LXX Le. 15.31. Adv. -

    βῶς Pl.Sph. 246b

    ;

    εὐ. διακείμενος D.S.13.12

    , etc.: [comp] Comp. - εστέρως E.IT 1375; -

    έστερον διακεῖσθαι πρός τι Plb.1.18.1

    .
    2 reverent, pious, LXX Mi.7.2 (v.l. εὐσεβής), Ev.Luc.2.25, Act.Ap.2.5, etc.: [comp] Sup.- έστατος, as title, Dionys.Ep.71, Procop.Gaz.Ep. 126.
    III [voice] Pass., easy to get hold of,

    κέρκος Luc.Lex.7

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > εὐλαβής

  • 29 πετροφυής

    II Subst. πετροφυές, τό, = ἀείζων τὸ λεπτόφυλλον, Ps.-Dsc.4.90, cf. 89.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > πετροφυής

  • 30 προσπάθεια

    A passionate attachment,

    πρός τι γένος ἀκρασίας Dicaearch.1.10

    ; defined as ἐπιθυμία δεδουλωμένη, Andronic. Rhod. p.572 M.; written [full] προσπαθία, Phld.D.1.14 (pl.);

    ἄνευ προσκλίσεως καὶ προσπαθείας S.E.P.1.230

    ; γενομένους ἐν π. Heraclit.Incred.16; προσπαθείας <ἕνεκα> Zos.Alch.p.118 B.
    II in later Philos., clinging of the soul to the body and its passions, Porph.Sent.28; ἡ πρὸς τὸ σῶμα π. ib.29; ἡ θνητὴ π. Hierocl. in CA 3p.425M., cf. M.Ant. 12.3.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > προσπάθεια

  • 31 προσπεφυκότως

    A clinging to, EM132.53.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > προσπεφυκότως

  • 32 προστήκομαι

    προστήκομαι, [voice] Pass., with [tense] pf. προστέτηκα,
    A stick fast to, cling to, προστᾰκέντος ἰοῦ, of the poisoned robe clinging to Heracles, S.Tr. 833 (lyr.); ὕδρας προστετᾱκὼς φάσματι ib. 836 (lyr.): metaph., to be given up to, engrossed by,

    πορισμῷ Plu.2.524d

    ; τοῖς ἀνιαροῖς ib.600c;

    τέχνῃ Ael.VH3.31

    ;

    τῷ Κριτίᾳ Philostr.VS2.1.14

    ;

    δόξῃ Jul.Or.7.226a

    ;

    ταῖς αἱρέσεσι Gal.8.657

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > προστήκομαι

  • 33 πρόσφυσις

    πρόσφῠσις, εως, [dialect] Ion. ιος, , ([etym.] προσφύομαι)
    A growing to: clinging to, of a rider, ἰσχυροτέρα π. a firmer seat, X.Eq.1.11; of vine to tree, D.H.19.2.
    II ongrowth, attachment or point of attachment, e.g. of the legs to the body, Diog.Apoll.6, Hp.Art.45; of the diaphragm to the spine, τῶν φρενῶν ibid.; of the navel in embryos, Arist.GA 745b24; of the caudal vertebrae in birds, Id.IA 710a4; of flowers to spray, leaves to stem, Thphr.HP3.16.4,al., 1.10.8, al.: freq. in Arist. of all after or adventitious growths which do not form part of the organism,

    ἓν γενέσθαι.. προσφύσει Ph. 227a17

    ; ἡ τοῦ ᾠοῦ π. GA 754b12; of zoöphytes, HA 548b8; assimilation,

    τῆς τροφῆς Pr. 866b21

    (prop., adhesion of food to tissues, Gal.Nat.Fac.1.11, 3.1); in trees, growth of new wood, Thphr.HP9.2.6; of a fungus, Id.Fr. 168.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > πρόσφυσις

  • 34 πρός

    πρός, Prep., expressing direction,
    A on the side of, in the direction of, hence c. gen., dat., and acc., from, at, to: [dialect] Ep. also [full] προτί and [full] ποτί, in Hom. usually c. acc., more rarely c. dat., and each only once c. gen., Il.11.831, 22.198:—dialectal forms: [dialect] Dor.[full] ποτί (q. v.) and [full] ποί, but Cret. [full] πορτί Leg.Gort.5.44, etc., Argive [full] προτ( [full] ί) Schwyzer 84.3 (found at Tylisus, V B.C.), restored in Mnemos.57.208(Argos, vi B.C.), and in Alcm.30; Arc., Cypr. [full] πός SIG306.11 (Tegea, iv B.C.), Inscr.Cypr. 135.19H., also sts. in Asia Minor in compds., v. ποσάγω, ποσφέρω; [dialect] Aeol. [full] πρός Sapph.69 ([etym.] προς-), 109, Alc.20 (s. v.l.); [full] πρές Jo.Gramm. Comp.3.10; Pamphylian περτ ([etym.] ί) Schwyzer 686.7, 686a4. (With [full] προτί, [full] πρός cf. Skt. práti 'towards, near to, against, back, etc.', Slav. protiv[ucaron], Lett. pret 'against', Lat. pretium: [full] ποτί (q. v.) and [full] πός are not cogn.) A. WITH GEN., πρός refers to that from which something comes:
    I of Place, from,

    ἵκετο ἠὲ π. ἠοίων ἦ ἑσπερίων ἀνθρώπων Od. 8.29

    ;

    τὸν π. Σάρδεων ἤλεκτρον S.Ant. 1037

    (v.l.).
    2 on the side of, towards, νήσοισι πρὸς Ἤλιδος towards Elis, Od.21.347; π. ἁλός, π. Θύμβρης, Il.10.428, 430;

    εἶναι π. θαλάσσης Hdt.2.154

    ;

    ἱδρῦσθαι π. τοῦ Ἑλλησπόντου Id.8.120

    ;

    ἐστρατοπεδεύοντο π. Ὀλύνθου Th.1.62

    , etc.; φυλακαὶ π. Αἰθιόπων, π. Ἀραβίων, π. Διβύης, on the frontier towards the Ethiopians, etc., Hdt.2.30: freq. with words denoting the points of the compass, δύω θύραι εἰσίν, αἱ μὲν π. βορέαο, αἱ δ' αὖ π. νότου one on the north side, the other on the south side, Od.13.110;

    οἰκέουσι π. νότου ἀνέμου Hdt.3.101

    ; π. ἄρκτου τε καὶ βορέω ἀνέμου κατοικημένοι ib. 102; π. μεσαμβρίης ib. 107; π. τοῦ Τμώλου τετραμμένον τῆς πόλιος (in such phrases the acc. is more common) Id.1.84;

    π. Πλαταιῶν Th. 3.21

    ;

    π. Νεμέας Id.5.59

    ; ἀπὸ τῆσδε τῆς ὁδοῦ τὸ π. τοῦ λιμένος ἅπαν everything on the harbour- ward side of this road, IG12.892: combined with π. c. acc.,

    π. ἠῶ τε καὶ τοῦ Τανάϊδος Hdt.4.122

    ;

    τὸν μέν π. βορέω ἑστεῶτα, τὸν δὲ π. νότον Id.2.121

    , cf. 4.17.
    3 before, in presence of,

    μάρτυροι ἔστων π. τε θεῶν μακάρων π. τε θνητῶν ἀνθρώπων Il.1.339

    ;

    οὐδ' ἐπιορκήσω π. δαίμονος 19.188

    ; ποίτοῦ Ἀπόλλωνος .. ὑπίσχομαι prob. in IG22.1126.7 (Amphict. Delph., iv B. C.); ὑποσχομένους πρὸς τοῦ Διός ib.1237.16: hence,
    b in the eyes of,

    ἄδικον οὐδὲν οὔτε π. θεῶν οὔτε π. ἀνθρώπων Th.1.71

    , cf. X.An.1.6.6, etc.; ὅσιος π. θεῶν Lex ap.And.1.97; κατειπάτω.. ἁγνῶς π. τοῦ θεοῦ if he wishes to be pure in the sight of the god, SIG986.9, cf. 17 (Chios, v/iv B. C.);

    ὁ γὰρ καιρὸς π. ἀνθρώπων βραχὺ μέτρον ἔχει Pi.P.4.286

    .
    4 in supplication or adjuration, before, and so, in the name of,

    σε.. γουνάζομαι.. π. τ' ἀλόχου καὶ πατρός Od.11.67

    ;

    π. θεῶν πατρῴων S.Ant. 839

    (lyr.), etc.; ἱκετεύω, ἀντιβολῶ π. παίδων, π. γυναικῶν, etc., D.28.20, etc.: the verb is freq. omitted with π. θεῶν or τῶν θεῶν, E.Hec. 551, S.OT 1037, Ar.V. 760;

    π. τοῦ Διός Id.Av. 130

    : less freq. with other words,

    π. τῆς ἑστίας E.Fr.953.39

    ;

    π. Χαρίτων Luc.Hist.Conscr.14

    ;

    μὴ π. γενείου S.El. 1208

    ;

    μὴ π. ξενίας τᾶς σᾶς Id.OC 515

    (lyr.): sts. in questions, π. θεῶν, τίς οὕτως εὐήθης ἐστίν; in heaven's name, D.1.15;

    π. τῆς Ἀθηνᾶς.. ; Din.1.45

    ;

    ἆρ' οὖν, ὦ π. Διός,.. ; Pl.R. 459a

    , cf. Ap. 26e: sts. in Trag. with the pron. σε between prep. and case,

    π. νύν σε πατρὸς π. τε μητρός.. ἱκνοῦμαι S.Ph. 468

    ;

    μὴ π. σε γονάτων E.Med. 324

    .
    5 of origin or descent, from, on the side of, γένος ἐξ Ἁλικαρνησσοῦ τὰ π. πατρός by the father's side, Hdt.7.99;

    Ἀθηναῖον.. καὶ τὰ π. πατρὸς καὶ τὰ π. μητρός D.57.17

    , cf. Isoc.3.42, SIG1015.7 (Halic.); πρόγονοι ἢ π. ἀνδρῶν ἢ γυναικῶν in the male or female line, Pl.Tht. 173d;

    ὁ πατὴρ π. μὲν ἀνδρῶν ἦν τῶν Εὐπατριδῶν Isoc.16.25

    ;

    οἱ συγγενεῖς τοῦ πατρὸς καὶ π. ἀνδρῶν καὶ π. γυναικῶν D.57.23

    ; οἱ π. αἵματος blood-relations, S.Aj. 1305;

    ἢ φίλων τις ἢ π. αἵματος φύσιν Id.El. 1125

    .
    II of effects proceeding from what cause soever:
    1 from, at the hand of, with Verbs of having, receiving, etc.,

    ὡς ἂν.. τιμὴν καὶ κῦδος ἄρηαι π. πάντων Δαναῶν Il.16.85

    , cf. 1.160, etc.;

    τιμὴν π. Ζηνὸς ἔχοντες Od.11.302

    ;

    δίδοι οἱ.. χάριν ποτ' ἀστῶν καὶ ποτὶ ξείνων Pi.O.7.90

    ;

    ἄνθεα τιμῆς πρὸς θνητῶν ἀνελέσθαι Emp.4.7

    ;

    φυλακῆς π. δήμου κυρῆσαι Hdt.1.59

    ;

    τυχεῖν τινος π. θεῶν A.Th. 550

    , cf. S.Aj. 527;

    λαχὼν π. δαιμόνων ὄλβον Pi.N.9.45

    ;

    κακόν τι π. θεῶν ἢ π. ἀνθρώπων λαβεῖν Hdt.2.139

    , etc.;

    μανθάνειν π. ἀστῶν S.OC13

    : with passive Verbs, προτὶ Ἀχιλλῆος δεδιδάχθαι to have been taught by.., Il.11.831, cf. S.OT 357;

    ἄριστα πεποίηται.. πρὸς Τρώων Il.6.57

    ; αἴσχε' ἀκούω π. Τρώων ib. 525, cf. Heraclit.79;

    ταῦτα.. π. τούτου κλύειν S.OT 429

    ;

    οὐ λέγεται π. οὐδαμῶν Hdt.1.47

    ; ἀτιμάζεσθαι, τετιμῆσθαι π. τινῶν, ib.61,2.75; also

    λόγου οὐδενὸς γίνεσθαι π. τινῶν Id.1.120

    ; παθεῖν τι π. τινός at the hand of, ib.73;

    π. ἀλλήλοιν θανεῖν E. Ph. 1269

    , cf. S.OT 1237; π. τῆς τύχης ὄλωλεν ib. 949;

    τὸ ποιεύμενον π. τῶν Λακεδαιμονίων Hdt.7.209

    ;

    αἰτηθέντες π. τινὸς χρήματα Id.8.111

    ;

    ἱμέρου βέλει π. σοῦ τέθαλπται A.Pr. 650

    : with an Adj. or Subst.,

    τιμήεσσα π. πόσιος Od.18.162

    ;

    ἐπίφθονος π. τῶν πλεόνων ἀνθρώπων Hdt.7.139

    ;

    ἔρημος π. φίλων S.Ant. 919

    ;

    ἀπαθὴς π. ἀστῶν Pi.P.4.297

    ;

    πειθὼ π. τινός S.El. 562

    ;

    π. Τρώων.. κλέος εἶναι Il.22.514

    ; ἄρκεσις π. ἀνδρός, δόξα π. ἀνθρώπων, S.OC73, E.Heracl. 624 (lyr.);

    ἐλίπετο ἀθάνατον μνήμην π. Ἑλλησποντίων Hdt.4.144

    : with an Adv., οἶμαι γὰρ ἂν οὐκ ἀχαρίστως μοι ἔχειν οὔτε π. ὑμῶν οὔτε π. τῆς Ἑλλάδος I shall meet with no ingratitude at your hands, X.An.2.3.18, cf. Pl.R. 463d.
    2 of things, π. τίνος ποτ' αἰτίας [τέθνηκεν]; from of by what cause? S.OT 1236; π. ἀμπλακημάτων by or by reason of.., Id.Ant.51.
    III of dependence or close connexion: hence,
    1 dependent on one, under one's protection,

    π. Διός εἰσι ξεῖνοί τε πτωχοί τε Od.6.207

    ,14.57; δικασπόλοι, οἵ τε θέμιστας π. Διὸς εἰρύαται by commission from him, Il.1.239; π. ἄλλης ἱστὸν ὑφαίνοις at the bidding of another, 6.456.
    2 on one's side, in one's favour, Hdt.1.75, 124, S.OT 1434, Tr. 479, etc.;

    π. τῶν ἐχόντων.. τὸν νόμον τίθης E.Alc. 57

    .
    IV of that which is derivable from: hence, agreeable to, becoming, like,

    τὰ τοιαῦτα ἔργα οὐ π. τοῦ ἅπαντος ἀνδρὸς νενόμικα γίνεσθαι, ἀλλὰπ. ψυχῆς τε ἀγαθῆς καὶ ῥώμης ἀνδρηΐης Hdt.7.153

    , cf.5.12; ἦ κάρτα π. γυναικὸς αἴρεσθαι κέαρ 'tis very like a woman, A.Ag. 592, cf. 1636;

    οὐ π. ἰατροῦ σοφοῦ θρηνεῖν ἐπῳδάς S.Aj. 581

    , cf. Ar.V. 369, E.Hel. 950, etc.;

    π. σοῦ ἐστι Id.HF 585

    , etc.;

    οὐκ ἦν π. τοῦ Κύρου τρόπου X.An. 1.2.11

    , etc.: of qualities, etc.,

    π. δυσσεβείας A.Ch. 704

    ; π. δίκης οὐδὲν τρέμων agreeably to justice, S.OT 1014, cf.El. 1211;

    οὐ π. τῆς ὑμετέρας δόξης Th.3.59

    ; ἐάν τι ἡμῖν π. λόγου ᾖ if it be at all to our purpose, Pl.Grg. 459c;

    εἰ τόδε π. τρόπου λέγω

    correctly,

    Id.R. 470c

    ; but π. τρόπου τι ὠνεῖσθαι buy at a reasonable price, Thphr.Char.30.12;

    τὰ γενήματα π. ἐλάσσονος τιμᾶς πωλῶν IG5(2).515.14

    ([place name] Lycosura); π. ἀγαθοῦ, π. κακοῦ τινί ἐστι or γίγνεται, it is to one's advantage or otherwise, Arist.Mu. 397a30, Arr.An.7.16.5, Hld.7.12; π. ἀτιμίας λαβεῖν τι to take a thing as an insult, regard it so, Plu.Cic.13;

    π. δέους λαβεῖν τι Id.Flam.7

    ; λαβεῖν τι π. ὀργῆς (v.l. ὀργήν) J.AJ8.1.3; μοι π. εὐκλείας γένοιτο ib. 18.7.7; τῷ δήμῳ π. αἰσχύνης ἂν ἦν, π. ὀνείδους ἂν ἦν τῇ πόλει, Lib.Decl.43.27,28.
    B WITH DAT., it expresses proximity, hard by, near, at,

    ποτὶ γαίῃ Od.8.190

    , 11.423;

    ποτὶ γούνασι Il.5.408

    ; ποτὶ δρυσίν among the oaks, 14.398 (nisi leg. περί)

    ; πρὸς ἄκμονι χαλκεύειν Pi.P.1.86

    ; ποτὶ γραμμᾷ στᾶσαί τινα ib.9.118; ἄγκυραν ποτὶ ναΐ κρημνάντων ib.4.24;

    δῆσαί τινα πρὸς φάραγγι A.Pr.15

    ;

    νεὼς καμούσης ποντίῳ π. κύματι Id.Th. 210

    ;

    π. μέσῃ ἀγορᾷ S.Tr. 371

    ;

    π. Ἀργείων στρατῷ Id.Aj.95

    ;

    π. πέδῳ κεῖται Id.OT 180

    (lyr.); θακεῖν π. ναοῖς ib.20, cf. A.Eu. 855;

    π. ἡλίου ναίουσι πηγαῖς Id.Pr. 808

    ;

    π. τῇ γῇ ναυμαχεῖν Th. 7.34

    ; ἐς μάχην καθίστασθαι π. (v.l. ὑπ')

    αὐτῇ τῇ πόλει Id.2.79

    ;

    τεῖχος π. τῇ θαλάσσῃ Id.3.105

    ;

    αἱ π. θαλάττῃ πόλεις X.HG4.8.1

    ; τὸ π. Αἰγίνῃ στράτευμα off Aegina, Th.1.105; Αίβυες οἱ π. Αἰγύπτῳ bordering on.., ib. 104; τὸ π. ποσί that which is close to the feet, before one, S.OT 130, etc.; θρηνεῖν ἐπῳδὰς π... πήματι over it, Id.Aj. 582; αἱ π. τῇ βάσει γωνίαι the angles at the base, Euc.1.5,al.;

    τὴν π. τῷ.. ιερῷ κρήνην IG22.338.13

    , cf. SIG1040.15 (Piraeus, iv B. C.), al.
    2 before, in the presence of, π. τοῖς θεσμοθέταις, π. τῷ διαιτητῇ λέγειν, D. 20.98,39.22;

    ὅσα π. τοῖς κριταῖς γέγονεν Id.21.18

    ;

    π. διαιτητῇ φεύγειν Id.22.28

    .
    3 with Verbs denoting motion towards a place, upon, against,

    ποτὶ δὲ σκῆπτρον βάλε γαίῃ Il.1.245

    , Od.2.80;

    με βάλῃ.. ποτὶ πέτρῃ 5.415

    , cf. 7.279, 9.284;

    νῆας ποτὶ σπιλάδεσσιν ἔαξαν 3.298

    , cf. 5.401; λιαζόμενον ποτὶ γαίῃ sinking on the ground, Il.20.420;

    ἴσχοντες πρὸς ταῖς πόλεσι Th.7.35

    .
    4 sts. with a notion of clinging closely, προτὶ οἷ λάβε clasped to him, Il.20.418;

    προτὶ οἷ εἷλε 21.507

    ;

    πρὸς ἀλλήλῃσιν ἔχονται Od.5.329

    ;

    προσπεπλασμένας.. π. ὄρεσι Hdt.3.111

    ; π. δμῳαῖσι κλίνομαι fall into the arms of.., S.Ant. 1189;

    π. τινί

    close to,

    Men. Epit. 204

    .
    II to express close engagement, at the point of,

    π. αὐτῷ γ' εἰμὶ τῷ δεινῷ λέγειν S.OT 1169

    ; engaged in or about,

    π. τῷ εἰρημένῳ λόγῳ ἦν Pl.Phd. 84c

    , cf. Phdr. 249c, 249d;

    ἂν π. τῷ σκοπεῖν.. γένησθε D.18.176

    ;

    ἀεὶ π. ᾧ εἴη ἔργῳ, τοῦτο ἔπραττεν X. HG4.8.22

    ; διατρίβειν or σχολάζειν π. τινί, Epicr.11.3 (anap.), Arist. Pol. 1308b36 (but

    π. ταῦτα ἐσχόλασα X.Mem.3.6.6

    );

    ὅλος εἶναι π. τῷ λήμματι D.19.127

    ;

    π. τῇ ἀνάγκῃ ταύτῃ γίγνεσθαι Aeschin.1.74

    ; τὴν διάνοιαν, τὴν γνώμην ἔχειν π. τινί, Pl.R. 500b, Aeschin.3.192; κατατάξαι αὐτὸν π. γράμμασιν, i.e. give him a post as clerk, PCair.Zen. 342.3 (iii B. C.);

    ὁ π. τοῖς γράμμασι τεταγμένος Plb.15.27.7

    , cf. 5.54.7, D.S.2.29,3.22;

    ἐπιμελητὴς π. τῇ εἰκασίᾳ τοῦ σησάμου PTeb.713.2

    , cf.709.1 (ii B. C.).
    III to express union or addition, once in Hom., ἄασάν μ' ἕταροί τε κακοὶ π. τοῖσί τε ὕπνος and besides them sleep, Od.10.68;

    π. τοῖς παροῦσιν ἄλλα

    in addition to,

    A.Pr. 323

    , cf. Pers. 531, Xenoph.8.3. Emp.59.3;

    ἄλλους π. ἑαυτῷ Th.1.90

    ; π. ταῖς ἡμετέραις [τριήρεσι] Id.6.90;

    δέκα μῆνας π. ἄλλοις πέντε S.Tr.45

    ;

    τρίτος.. π. δέκ' ἄλλαισιν γοναῖς A.Pr. 774

    ; κυβερνήτης π. τῇ σκυτοτομίᾳ in addition to his trade of leather-cutter, Pl.R. 397e: freq. with neut. Adjs., π. τῷ νέῳ ἁπαλός besides his youth, Id.Smp. 195c, cf. Tht. 185e;

    π. τῷ βλαβερῷ καὶ ἀηδέστατον Id.Phdr. 240b

    ; π. τούτοισι besides this, Hdt.2.51, cf. A.Pers. 237 (troch.), etc.; rarely in sg.,

    π. τούτῳ Hdt.1.31

    ,41; π. τοῖς ἄλλοις besides all the rest, Th.2.61, etc.:—cf. the Advb. usage, infr. D.
    C WITH ACCUS., it expresses motion or direction towards an object:
    I of Place, towards, to, with Verbs of Motion,

    ἰέναι π. Ὄλυμπον Il.1.420

    ; ἰέναι π. δώματα, etc., Od.2.288, etc.;

    ἰέναι π. ἠῶ τ' ἠέλιόν τε Il.12.239

    ; φέρειν προτὶ ἄστυ, ἄγειν προτὶ Ἴλιον, etc., 13.538, 657, etc.; ἄγεσθαιπρὸς οἶκον, ἐρύεσθαι ποτὶ Ἴλιον, 9.147,18.174; ὠθεῖν, δίεσθαι προτὶ ἄστυ, 16.45, 15.681, etc.;

    ῥίπτασκε ποτὶ νέφεα Od.8.374

    ;

    βαλεῖν ποτὶ πέτρας 12.71

    ;

    κυλινδόμενα προτὶ χέρσον 9.147

    ; ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτόν returned to his home, LXX Nu.24.25; κληθῆναι π. τὸ δεῖπνον (rarer than ἐπὶ δεῖπνον) Plu. Cat.Ma.3.
    2 with Verbs implying previous motion, upon, against, π. τεῖχος, π. κίονα ἐρείσας, Il.22.112, Od.8.66;

    ἅρματα.. ἔκλιναν π. ἐνώπια Il.8.435

    ;

    ἔγχος ἔστησε π. κίονα Od.1.127

    ;

    ποτὶ τοῖχον ἀρηρότες 2.342

    ;

    ποτὶ βωμὸν ἵζεσθαι 22.334

    ;

    πρὸς γοῦνα καθέζετό τινος 18.395

    ;

    π. ἄλλοτ' ἄλλον πημονὴ προσιζάνει A.Pr. 278

    ;

    τὰ πολλὰ πατρὸς π. τάφον κτερίσματα S.El. 931

    ; χῶρον π. αὐτὸν τόνδ' dub. in Id.Ph.23; later,

    ἔστη π. τὸν στῦλον LXX 4 Ki.23.3

    ;

    ὁ ὄχλος π. τὴν θάλασσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἦσαν Ev.Marc.4.1

    ; π. ὑμᾶς παραμενῶ with you, 1 Ep.Cor.16.6;

    ἐκήδευσαν τὸν.. πατέρα.. π. τοὺς λοιποὺς συγγενεῖς

    beside,

    Supp.Epigr.6.106

    ([place name] Cotiaeum).
    b of addition,

    ποὶ τὰν στάλαν ποιγραψάνσθω τάδε SIG56.46

    (Argos, v B. C.);

    ἵππον προσετίθει πρὸς τοὔνομα Ar.Nu.63

    , cf. Hdt.6.125, X.HG1.5.6, Pl.Phlb. 33c, Arist.Rh. 1359b28; προσεδαπάνησε π. τὸ μερισθὲν αὐτῷ εἰς τὸ ἔλαιον ἐκ τῶν ἰδίων over and above the sum allotted to him, IG22.1227.9; προσετέθη π. τὸν λαὸν αὐτοῦ was gathered to his people, LXX Ge.49.33.
    3 with Verbs of seeing, looking, etc., towards,

    ἰδεῖν π. τινά Od.12.244

    , al.; ὁρᾶν, ἀποβλέπειν π. τι or τινά, A.Supp. 725, Ar.Ach. 291, etc.;

    ἀνταυγεῖ π. Ὄλυμπον Emp.44

    ; στάντε ποτὶ πνοιήν so as to face it, Il.11.622 (similarly, πέτονται πρὸς τὸ πνεῦμα against the wind, Arist.HA 597a32); κλαίεσκε π. οὐρανόν cried to heaven, Il.8.364: freq. of points of the compass, π. ζόφον κεῖσθαι lie towards the West, Od.9.26;

    ναίειν π. ἠῶ τ' ἠέλιόν τε 13.240

    ;

    στάντα π. πρώτην ἕω S.OC 477

    ; so in Prose,

    π. ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολάς Hdt. 1.201

    , cf. 4.40;

    π. βορέην τε καὶ νότον Id.2.149

    ; also

    ἀκτὴ π. Τυρσηνίην τετραμμένη τῆς Σικελίης Id.6.22

    (v. supr. A. 1.2); π. ἥλιον facing the sun, and so, in the sunlight, Ar.V. 772; so π. λύχνον by lamplight, Id. Pax 692, Jul.Ep.4;

    π. τὸ λύχνον Hippon.22

    Diehl, cf. Arist.Mete. 375a27;

    πὸτ τὸ πῦρ Ar.Ach. 751

    ;

    πρὸς τὸ πῦρ Pl.R. 372d

    , cf. Arist.Pr. 870a21; π. φῶς in open day, S.El. 640; but, by torch-light, Plu.2.237a.
    4 in hostile sense, against,

    π. Τρῶας μάχεαι Il.17.471

    ;

    ἐστρατόωνθ'.. π. τείχεα Θήβης 4.378

    ; π. δαίμονα against his will, 17.98;

    βεβλήκει π. στῆθος 4.108

    ;

    γούνατ' ἐπήδα π. ῥόον ἀΐσσοντος 21.303

    ;

    χρὴ π. θεὸν οὐκ ἐρίζειν Pi.P.2.88

    ;

    π. τοὐμὸν σπέρμα χωρήσαντα S.Tr. 304

    ;

    ἐπιέναι π. τινάς Th.2.65

    ;

    ὅσα ἔπραξαν οἱ Ἕλληνες π. τε ἀλλήλους καὶ τὸν βάρβαρον Id.1.118

    ;

    ἀγωνίζεσθαι π. τινά Pl.R. 579c

    ;

    ἀντιτάττεσθαι π. πόλιν X.Cyr.3.1.18

    : also in argument, in reply to,

    ταῦτα π. τὸν Πιττακὸν εἴρηται Pl.Prt. 345c

    ; and so in the titles of judicial speeches, πρός τινα in reply to, less strong than κατά τινος against or in accusation, D.20 tit., etc.;

    μήτε π. ἐμὲ μήτε κατ' ἐμοῦ δίκην εἶναι Is.11.34

    .
    5 without any hostile sense,

    π. ἀλλήλους ἔπεα πτερόεντ' ἀγόρευον Il.3.155

    ,cf.5.274,11.403,17.200;

    π.ξεῖνον φάσθαι ἔπος ἠδ' ἐπακοῦσαι Od.17.584

    ; λέγειν, εἰπεῖν, φράζειν π. τινά, Hdt. 1.8,90, Ar.V. 335, Nu. 359;

    ἀπαγγεῖλαι π. τινάς A.Ch. 267

    ;

    μνησθῆναι π. τινά Lys.1.19

    , etc.;

    ἀμείψασθαι π. τινά Hdt.8.60

    codd.;

    ἀποκρίνεσθαι π. τινάς Ar.Ach. 632

    , Th.5.42; ὤμοσε δὲ π. ἔμ' αὐτόν he swore to me, Od.14.331: π. sts. governs the reflex. pron.,

    διαλογίζεσθαι π. ὑμᾶς αὐτούς Is.7.45

    ; ἀναμνήσθητε, ἐνθυμήθητε π. ὑμᾶς αὐτούς, Isoc.6.52, 15.60;

    π. ἐμαυτὸν.. ἐλογιζόμην Pl.Ap. 21d

    ; μινύρεσθαι, ἄδειν π. ἑαυτόν, Ar.Ec. 880, 931;

    ἐπικωκύω.. αὐτὴ π. αὑτήν S.El. 285

    .
    b π. σφέας ἔχειν δοκέουσι, i.e. they think they are pregnant, Hp.Nat.Puer. 30.
    6 of various kinds of intercourse or reciprocal action, π... Διομήδεα τεύχε' ἄμειβεν changed arms with Diomedes, Il.6.235;

    ὅσα.. ξυμβόλαια.. ἦν τοῖς ἰδιώταις π. τοὺς ἰδιώτας ἢ ἰδιώτῃ π. τὸ κοινόν IG12.116.19

    ; σπονδάς, συνθήκας ποιεῖσθαι π. τινά, Th.4.15, Plb.1.17.6;

    ξυγχωρεῖν π. τινάς Th.2.59

    ;

    γίγνεται ὁμολογία π. τινάς Id.7.82

    , cf. Hdt. 1.61;

    π. τινὰς ξυμμαχίαν ποιεῖς θαι Th.5.22

    ;

    π. ἀλλήλους ἡσυχίαν εἶχον καὶ π. τοὺς ἄλλους.. εἰρήνην ἦγον Isoc.7.51

    ;

    π. ἀλλήλους ἔχθραι τε καὶ στέργηθρα A.Pr. 491

    ; also

    σαίνειν ποτὶ πάντας Pi.P.2.82

    , cf. O.4.6;

    παίζειν πρός τινας E.HF 952

    , etc.;

    ἀφροδισιάζειν π. τινά X.Mem.1.3.14

    ;

    ἀγαθὸς γίγνεσθαι π. τινά Th.1.86

    ;

    εὐσεβὴς π. τινὰς πέλειν A.Supp. 340

    ; διαλέγεσθαι π. τινά converse with.., X.Mem.1.6.1, Aeschin.2.38,40, 3.219;

    κοινοῦσθαι π. τινάς Pl.Lg. 930c

    ;

    π. τοὺς οἰκέτας ἀνακοινοῦσθαι περὶ τῶν μεγίστων Thphr.Char.4.2

    ; διαλογίζεσθαι π. τινά balance accounts with.., D.52.3, cf. SIG241.127 (Delph., iv B. C.);

    ἃ ἔχει διελόμενος π. τὸν ἀδελφόν IG12(7).55.8

    (Amorgos, iv/iii B. C.), cf. D. 47.34.
    b in phrases of the form ἡ π. τινὰ εὔνοια (ἔχθρα, etc.), π. sts. means towards, as ἡ π. αὑτοὺς φιλία the affection of their wives towards or for them, X.Cyr.3.1.39;

    ἡ π. ὑμᾶς ἔχθρα Id.HG3.5.10

    ;

    ἡ ἀπέχθεια ἡ π. τοὺς πλουσίους Arist.Pol. 1305a23

    ;

    τὴν π. τοὺς τετελευτηκότας εὔνοιαν ὑπάρχουσαν D.18.314

    , cf. SIG352.13 (Ephesus, iv/iii B. C.), al.;

    φυσικαὶ τοκέων στοργαὶ π. τέκνα ποθεινά IG12(5).305.13

    ([place name] Paros): but sts. at the hands of, ἡ π. τὸ θεῖον εὐμένεια the favour of the gods, Th.5.105; φθόνος τοῖς ζῶσι π. τὸ ἀντίπαλον jealousy is incurred by the living at the hands of their rivals, Id.2.45; τὴν ἀπέχθειαν τὴν π. Θηβαίους.. τῇ πόλει γενέσθαι the hostility incurred by Athens at the hands of the Thebans, D.18.36, cf.6.3, 19.85; τῇ φιλίᾳ τῇ π. τὸν τετελευτηκότα the friendship with (not 'affection for') the deceased, Is.1.17, cf. Pl.Ap. 21c, 28a, Isoc.15.101,19.50, Lycurg.135, Din.1.19, etc.;

    τίνος ὄντος ἐμοὶ π. ὑμᾶς ἐγκλήματος; Lys.10.23

    , cf. 16.10;

    τιμώμενος.. διὰ τὴν π. ὑμᾶς πίστιν Din.3.12

    , cf. Lys.12.67, D.20.25; τῷ φόβῳ τῷ π. ὑμᾶς the fear inspired by you, Id.25.93; τῇ π. Ῥωμαίους εὐνοία his popularity with the Romans, Plb.23.7.5.
    7 of legal or other business transacted before a magistrate, witness, etc.,

    τάδε ὁ σύλλογος ἐβουλεύσατο.. π. μνήμονας SIG45.8

    (Halic., v B. C.), cf. IG7.15.1 (Megara, ii B. C.); γράφεσθαι αὐτὸν κλοπῆς.. π. τοὺς ἐπιμελητάς ib.12.65.46; ἀτέλειαν εἶναι αὐτῷ καὶ δίκας π. τὸν πολέμαρχον ib.153.7; λόγον διδόντων τῶν.. χρημάτων.. π. τοὺς λογιστάς ib.91.27; before a jury,

    ἔστι δὲ τούτοις μὲν π. ὑμᾶς ἁγών, ὑμῖν δὲ π. ἅπασαν τὴν πόλιν Lys. 26.14

    ;

    ἀντιδικῆσαι τῷ παιδὶ.. π. ὑμᾶς Is.11.19

    codd. (dub.); before a witness to whom an appeal for corroboration is made, Id.3.25;

    ὀμόσαντες πὸ (τ) τὸν θεόν Schwyzer 418.11

    ([place name] Elis); φέρρεν αὐτὸν πὸ (τ) τὸν Δία in the eyes of Zeus, ib.415.7(ibid.); λαχεῖν πρὸς τὸν ἄρχοντα, γράφεσθαι π. τοὺς θεσμοθέτας, D.43.15, Lex ib.21.47, cf. Arist.Ath.56.6;

    τοῖς ἐμπόροις εἶναι τὰς δίκας π. τοὺς θεσμοθέτας D.33.1

    ; θέντων τὰ.. ποτήρια.. π. Πολύχαρμον having pawned the cups with P., IPE12.32A15 (Olbia, iii B. C.); also

    διαβάλλειν τινὰ π. τοὺς πολλούς X. Mem. 1.2.31

    , cf. D.7.33.
    II of Time, towards or near a certain time, at or about,

    ποτὶ ἕσπερα Od.17.191

    ;

    ποτὶἕσπερον Hes.Op. 552

    ;

    πρὸς ἑσπέραν Pl.R. 328a

    ;

    ἐπεὶ π. ἑσπέραν ἦν X.HG4.3.22

    ;

    π. ἡμέραν Id.An.4.5.21

    ;

    π. ὄρθρον Ar.Lys. 1089

    ; ποτ' ὄρθρον (nisi leg. πότορθρον) Theoc.5.126, Erinn. in PSI9.1090.48 + 8 (p.xii);

    πρὸς ἕω Ar.Ec. 312

    ; π.ἀῶ ἐγρέσθαι, π. ἡμέραν ἐξεγρέσθαι, Theoc.18.55, Pl.Smp. 223c; π. γῆρας, π. τὸ γῆρας, in old age, E.Med. 592, Pl.Lg. 653a; π. εὐάνθεμον φυάν in the bloom of life, Pi.O.1.67; μέχρις ὅτου π. γυναῖκας ὦσι, i.e.of marriageable age, IG22.1368.41: later, π.τὸ παρόν for the moment, Luc.Ep. Sat.28, etc.; v. infr. 111.5.
    III of Relation between two objects,
    1 in reference to, in respect of, touching, τὰ π. τὸν πόλεμον military matters, equipments, etc., Th.2.17, etc.; τὰ π. τὸν βασιλέα our relations to the King, D.14.2; τὰ π. βασιλέα πράγματα the negotiations with the King, Th.1.128; τὰ π. τοὺς θεούς our relations, i.e. duties, to the gods, S.Ph. 1441;

    μέτεστι π. τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον.. ἐλευθέρως δὲ τὰ π. τὸ κοινὸν πολιτεύομεν Th.2.37

    ;

    οὐδὲν διοίσει π. τὸ γενέσθαι..

    in respect of..,

    Arist.APr. 24a25

    , cf. Pl.Phd. 111b; ἕτερος λόγος, οὐ π. ἐμέ that is another matter, and does not concern me, D.18.44, cf. 21,60, Isoc.4.12; τῶν φορέτρων ὄντων π. ἐμέ freightage shall be my concern, i.e. borne by me, PAmh.91.18 (ii A. D.);

    π. τοῦτον ἦν ἡ τῶν διαφόρων πρᾶξις LXX 2 Ma.4.28

    ; ἐὰν.. βοᾷ καὶ σχετλιάζῃ μηδὲν π. τὸ πρᾶγμα, nihil ad rem, D.40.61; οὐδὲν π. τὸν Διόνυσον Prov. ap.Plb.39.2.3, Suid.; οὐδὲν αὐτῷ π. τὴν πόλιν ἐστίν he owes no reckoning to the State, D.21.44;

    λόγος ἐστὶν ἐμοὶ π. Ἀθηναίους Philonid. 1

    D.;

    π. Ἰάσονά ἐστιν αὐτῷ περὶ τῆς τιμῆς PHamb.27.8

    (iii B. C.), cf. PCair.Zen.150.18 (iii B. C.); ἔσται αὐτῷ π. τὸν Θεόν (sc. ὁ λόγος ) he shall have to reckon with God, Supp.Epigr.6.188, cf. 194, al. ([place name] Eumenia); without αὐτῷ, ib.236 ([place name] Phrygia);

    ἔσται π. τὴν Τριάδαν MAMA1.168

    , cf. Supp.Epigr.6.302 (Laodicea Combusta); ἕξει π. τὸν Θεόν ib.300, al. (ibid.); ἕξει π. τὴν ἐωνίαν κρίσιν ib.4.733 ([place name] Eukhaita), cf. 6.841 ([place name] Cyprus);

    π. πολλοὺς ἔχων ἀγωνιστάς Suid.

    s.v. ὅσα μῦς ἐν πίσσῃ, cf. 2 Ep.Cor.5.12: with Advbs.,

    ἀσφαλῶς ἔχειν π. τι X.Mem.1.3.14

    , etc.; [τὸ or τὰ] πρός τι, the relative term or terms, Arist.Cat. 1b25, 6a36, al.; τὸ π. τι, Pythag. name for two, Theol.Ar.8; π. ἡμᾶς relatively to us, opp. ἁπλῶς, Arist.APo. 72a1; ὀρθὸς πρός or ποτί c. acc., perpendicular to, Archim.Sph.Cyl.2.3, Spir.20; ἁ Δζ ποτὶ τὰν ΑΔ ἀμβλεῖαν ποιεῖ γωνίαν ib.16.
    2 in reference to, in consequence of,

    πρὸς τοῦτο τὸ κήρυγμα Hdt.3.52

    , cf. 4.161;

    π. τὴν φήμην

    in view of..,

    Id.3.153

    , cf. Th.8.39;

    χαλεπαίνειν π. τι Id.2.59

    ;

    ἀθύμως ἔχειν π. τι X.HG4.5.4

    , etc.: with neut. Pron.,

    π. τί;

    wherefore? to what end?

    S.OT 766

    , 1027, etc.; π. οὐδέν for nothing, in vain, Id.Aj. 1018; π. οὐδὲν ἀναγκαῖον unnecessarily, Sch.Il.9.23;

    π. ταῦτα

    therefore, this being so,

    Hdt.5.9

    ,40, A.Pr. 915, 992, S.OT 426, etc.; cf. οὗτος c. v111.1b.
    3 in reference to or for a purpose,

    ἕστηκεν.. μῆλα π. σφαγάς A.Ag. 1057

    ; χρήσιμος, ἱκανὸς π. τι, Pl.Grg. 474d, Prt. 322b;

    ὡς π. τί χρείας; S.OT 1174

    , cf. OC71, Tr. 1182;

    ἕτοιμος π. τι X.Mem.4.5.12

    ;

    ἱκανῶς ὡς π. τὴν παροῦσαν χρείαν Arist. Cael. 269b21

    ;

    ἢν ἀρήγειν φαίνηται π. τὴν σύμπασαν νοῦσον Hp.Acut. 60

    ; ποιεῖ π. ἐπιλημπτικούς is efficacious for cases of epilepsy, Dsc.1.6;

    ἐθέλοντες τὰ π. τὴν νοῦσον ἡδέα μᾶλλον ἢ τὰ π. τὴν ὑγιείην προσδέχεσθαι Hp. de Arte7

    .
    b with a view to or for a future time,

    ὅπως.. γράμματα δῷ π. ἢν ἂν ἡμέραν ἑκάτεροι παραγίνωνται SIG679.62

    (Senatus consultum, ii B. C.);

    θαυμάζεται τὰ Περικλέους ἔργα π. πολὺν χρόνον ἐν ὀλίγῳ γενόμενα Plu.Per.13

    .
    c = πρός B. 11,

    ἐγίνετο π. ἀναζογήν Plb.3.92.8

    ;

    ὄντων π. τὸ κωλύειν Id.1.26.3

    , cf. 1.29.3, al., Plu.Nic.5.
    4 in proportion or relation to, in comparison with,

    κοῖός τις δοκέοι ἀνὴρ εἶναι π. τὸν πατέρα Κῦρον Hdt.3.34

    ;

    ἔργα λόγου μέζω π. πᾶσαν χώρην Id.2.35

    ;

    π. πάντας τοὺς ἄλλους Id.3.94

    , 8.44;

    πολλὴν ἂν οἶμαι ἀπιστίαν τῆς δυνάμεως.. π. τὸ κλέος αὐτῶν εἶναι Th.1.10

    , cf. Pi.O.2.88, Pl. Prt. 327d, 328c, Phd. 102c, etc.; π. τὰς μεγίστας καὶ ἐλαχίστας ναῦς τὸ μέσον σκοπεῖν the mean between.., Th.1.10;

    τὸ κάλλιστον τῶν ἔργων π. τὸ αἴσχιστον συμβαλεῖν Lycurg.68

    ;

    ἓν π. ἓν συμβάλλειν Hdt.4.50

    ; also

    ἔχεις π. τὰ ἔτη μέλαιναν τὴν τρίχα Thphr. Char.2.3

    ;

    ἐνδεεστέρως ἢ π. τὴν ἐξουσίαν Th.4.39

    : also of mathematical ratio, οἷος ὁ πρῶτος (sc. ὅρος)

    ποτὶ τὸν δεύτερον, καὶ ὁ δεύτερος ποτὶ τὸν τρίτον Archyt.2

    , cf. Philol.11, Pl.Ti. 36b, Arist.Rh. 1409a4, al., Euc. 5 Def.4, etc.; πρὸς παρεὸν.. μῆτις ἀέξεται ἀνθρώποισι in proportion to the existing (physical development), Emp.106: also of price, value, πωλεῖσθαι δὶς π. ἀργύριον sells twice against or relatively to silver, i.e. for twice its weight in silver, Thphr.HP9.6.4;

    πωλεῖται ὁ σταθμὸς αὐτοῦ π. διπλοῦν ἀργύριον Dsc.1.19

    ; [ἡ μαργαρῖτις λίθος] πωλεῖται.. π. χρυσίον for its weight in gold, Androsthenes ap.Ath.3.93b: metaph.,

    π. ἀρετήν Pl.Phd. 69a

    ; ὅπως π. τὰς τιμὰς τῶν κριθῶν τὰ ἄλφιτα πωλήσουσι on the basis of the price of barley, Arist.Ath.51.3; ἐξέστω αὐτοῦ ἀπογραφὴ τῆς οὐσίας π. τοῦτο τὸ ἀργύριον Ἀθηναίων τῷ βουλομένῳ property equal in value to this silver, IG22.1013.14, cf. PHib. 1.32.9 (iii B. C.), IG5(1).1390.78 (Andania, i B. C.);

    τῶν ἐγγύων τῶν ἐγγυωμένων π. [αὐτὰ] τὰ κτήματα SIG364.42

    (Ephesus, iii B. C.);

    θέντων τὰ ποτήρια π. χρυσοῦς ἑκατόν IPE12.32A16

    (Olbia, iii B. C.); τοὺς ἀπαγομένους εἰς φυλακὴν π. τὰ χρέα imprisoned for debt, Plb. 38.11.10, cf. 1.72.5, 5.27.4,5,7,5.108.1, PTeb.707.9 (ii B. C.);

    τοὺς π. καταδίκας ἐκπεπτωκότας Plb.25.3.1

    , cf. SIG742.31 (Ephesus, i B. C.);

    ἐγδίδομεν τὸ ἔργον.. π. χαλκόν IG7.3073.6

    (Lebad., ii B. C.), cf. PSI5.356.7 (iii B. C.), PTeb. 825 (a).16 (ii B. C.), Sammelb.5106.3 (ii B. C.);

    οἷον π. ἀργύριον τὴν δόξαν τὰς ψυχὰς ἀποδιδόμενοι Jul. Or.1.42b

    ; π. ἅλας ἠγορασμένος, i.e. 'dirt cheap', Men.828 (also π. ἅλα δειπνεῖν καὶ κύαμον, i.e. dine frugally, take pot-luck, Plu.2.684f); so

    ἡδονὰς π. ἡδονὰς.. καταλλάττεσθαι Pl.Phd. 69a

    ; of measurements of time by the flow from the clepsydra,

    π. ἕνδεκα ἀμφορέας ἐν διαμεμετρημένῃ τῇ ἡμέρᾳ κρίνομαι Aeschin.2.126

    , cf. Arist.Ath.67.2,3,69.2;

    λεγέσθω τᾶς δίκας ὁ μὲν πρᾶτος λόγος ἑκατέροις ποτὶ χόας δεκαοκτώ SIG953.17

    (Calymna, ii B. C.); λεξάντων πρὸς τὴν τήρησιν τοῦ ὕδατος ib.683.60 (Olympia, ii B. C.); π. κλεψύδραν Eub.p.182 K., Epin. 2;

    π. κλεψύδρας Arist.Po. 1451a8

    ;

    π. ὀλίγον ὕδωρ ἀναγκαζόμενος λέγειν D.41.30

    ; hence later, π. ὀλίγον for a short time,

    ἐπανεῖναι π. ὀλίγον τὴν πολιορκίαν J.BJ5.9.1

    , cf. Alex.Aphr. in Top.560.2, Hld.2.19, POxy67.14 (iv A.D.), Orib.Fr.116, Gp.4.15.8; π.ὀλίγον καιρόν, χρόνον, Antyll. ap. Orib.9.24.26, Paul.Aeg.Prooem.; π. ὀλίγον ἐστὶ τὸ ζῆν Poet. in Mus.Script.p.452 von Jan;

    μήτηρ δ' ἦν π. μικρόν Sammelb. 7288.4

    ([place name] Ptolemaic);

    π. βραχύ Jul.Or.1.47b

    (but π. βραχὺ παρηβηκυίας (by) a little past their best, Gp.4.15.3);

    π. βραχὺν καιρόν Iamb. Protr. 21

    .

    κα'; π. τὸ ἀκαρές Porph.Gaur.3.3

    ;

    π. μίαν ἢ δευτέραν ἡμέραν Dsc. 2.101

    , cf. Sor.1.56;

    π. δύο ἡμέρας ἐκοίμησα ἐκεῖ BGU775.8

    (ii A. D.);

    π.μόνην τὴν ἐνεστῶσαν ἡμέραν Sammelb. 7399

    (ii A.D.), cf. M.Ant.12.4;

    προστιμάσθω π. χρόνον μὴ εἰσελθεῖν ὅσον ἂν δόξῃ IG22.1368.89

    .
    5 in or by reference to, according to, in view of,

    π. τὸ παρεὸν βουλεύεσθαι Hdt. 1.20

    , cf. 113, Th.6.46,47, IG22.1.20, etc.;

    π. τὴν παροῦσαν ἀρρωστίαν Th.7.47

    ;

    ἵνα π. τὸν ὑπάρχοντα καιρὸν ἕκαστα θεωρῆτε D.18.17

    , cf. 314, etc.;

    εἴ τι δεῖ τεκμαίρεσθαι π. τὸν ἄλλον τρόπον Id.27.22

    ; τοῖς π. ὑμᾶς ζῶσι those who live with your interests in view, Id.19.226;

    ἐλευθέρου τὸ μὴ π. ἄλλον ζῆν Arist.Rh. 1367a32

    ;

    π. τοῦτον πάντ' ἐσκόπουν, π. τοῦτον ἐποιοῦντο τὴν εἰρήνην D.19.63

    ; τὸ παιδεύεσθαι π. τὰς πολιτείας suitably to them, Arist.Pol. 1310a14; ὁρῶ.. ἅπαντας π. τὴν παροῦσαν δύναμιν τῶν δικαίων ἀξιουμένους according to their power, D.15.28;

    π. τὰς τύχας γὰρ τὰς φρένας κεκτήμεθα

    according to..,

    E.Hipp. 701

    ; πὸς τὰς συνθέσις in accordance with the agreements, IG5(2).343.41,60 (Orchom. Arc.); τὸν δικαστὰν ὀμνύντα κρῖναι πορτὶ τὰ μωλιόμενα having regard to the pleadings, Leg.Gort.5.44, cf. 9.30; αἱ ἀρχαὶ.. πρὸς τὰ κατεσκευασμένα σύμβολα σηκώματα ποιησάμεναι after making weights and measures in accordance with, or by reference to, the established standards, IG22.1013.7; π. τὰ στάθμια τὰ ἐν τῷ ἀργυροκοπίῳ as measured by the weights in the mint, ib. 30, cf. PAmh.43.10 (ii B. C.); [Εόλων] ἐποίησε σταθμὰ π. τὸ νόμισμα made (trade-) weights on the basis of (i.e. proportional to) the coinage, Arist.Ath.10.2;

    ὀρθὸν π. τὸν διαβήτην IG22.1668.9

    , cf. 95,7.3073.108 (Lebad., ii B. C.); π. τὸ δικαιότατον in accordance with the most just principle, D.C.Fr.104.6.
    6 with the accompaniment of musical instruments,

    π. κάλαμον Pi.O.10(11).84

    ; π. αὐλόν or τὸν αὐλόν, E.Alc. 346, X.Smp.6.3, etc.;

    π. λύραν.. ᾄδειν SIG662.13

    (Delos, ii B. C.); π. ῥυθμὸν ἐμβαίνειν to step in time, D.S.5.34.
    7 [full] πρός c.acc. freq. periphr. for Adv., π. βίαν, = βιαίως, under compulsion,

    νῦν χρὴ.. τινα π. βίαν πώνην Alc.20

    (s.v.l.);

    π. βίαν ἐπίνομεν Ar.Ach.73

    ;

    τὸ π. βίαν πίνειν ἴσον πέφυκε τῷ διψῆν κακόν S.Fr. 735

    ; ἥκω.. π. βίαν under compulsion, Critias 16.10 D.; by force, forcibly, A.Pr. 210, 355, etc.; οὐ π. βίαν τινός not forced by any one, Id.Eu.5 (but also, in spite of any one, S.OC 657);

    π. τὸ βίαιον A.Ag. 130

    (lyr.);

    π. τὸ καρτερόν Id.Pr. 214

    ; π. ἀλκήν, π. ἀνάγκαν, Id.Th. 498, Pers. 569 (lyr.);

    οὐ διαχωρέεει [ἡ γαστὴρ] εἰ μὴ π. ἀνάγκην Hp. Prog.8

    ,19;

    π. ἰσχύος κράτος S.Ph. 594

    ;

    π. ἡδονὴν εἶναί τινι A.Pr. 494

    ; π. ἡδονὴν λέγειν, δημηγορεῖν, so as to please, Th.2.65, S.El. 921, D.4.38, cf. E.Med. 773;

    οἱ πάντα π. ἡδονὴν ἐπαινοῦντες Arist.EN 1126b13

    ;

    ἅπαντα π. ἡδ. ζητεῖν D.1.15

    , cf. 18.4; λούσασθαι τὸ σῶμα π. ἡδ. as much or little as one like s, Hp.Mul.2.133;

    πίνειν π. ἡδ. Pl. Smp. 176e

    ; π. τὸ τερπνόν calculated to delight, Th.2.53; π. χάριν so as to gratify,

    μήτε π. ἔχθραν ποιεῖσθαι λόγον μήτε π. χ. D.8.1

    , cf. S.OT 1152;

    π. χάριν δημηγορεῖν D.3.3

    , etc.: c. gen. rei, π. χάριν τινός for the sake of,

    π. χ. βορᾶς S.Ant.30

    , cf. Ph. 1156 (lyr.);

    π. ἰσχύος χ.

    by means of,

    E.Med. 538

    ; π. ὀργήν with anger, angrily, S.El. 369, Th.2.65, D.53.16 (v.l.);

    π. ὀργὴν ἐλθεῖν τινι Id.39.23

    , etc.; π. τὸ λιπαρές importunately, S.OC 1119;

    π. εὐσέβειαν Id.El. 464

    ; π. καιρόν seasonably, Id.Aj.38, etc.;

    π. φύσιν Id.Tr. 308

    ; π. εὐτέλειαν cheaply, Antiph.226.2; π. μέρος in due proportion, D.36.32;

    π. ὀλίγον μέρος Gp.2.15.1

    ; τέτραπτο π. ἰθύ οἱ straight towards him, Il.14.403; π. ὀρθὰς (sc. γωνίας ( .. τῇ AEB at right angles to, Arist.Mete. 373a14, cf. Euc.1.11, Archim.Sph.Cyl.1.3;

    π. ὀρθὴν τέμνουσα Arist.Mete. 363b2

    ; π. ἀχθηδόνα, π. ἀπέχθειαν, Luc.Tox.9, Hist.Conscr.38; γυνὴ π. ἀλήθειαν οὖσα in truth a woman, a very woman, Ath.15.687a, cf. Luc. JTr.48, Alex.61: c. [comp] Sup., π. τὰ μέγιστα in the highest degree, Hdt.8.20.
    8 of Numbers. up to, about, Plb.16.7.5, etc.: cf. πρόσπου.
    D ABS. AS ADV., besides, over and above; in Hom. always π. δέ or ποτὶ δέ, Il.5.307, 10.108, al., cf. Hdt.1.71, etc.; π. δὲ καί ib. 164, 207;

    π. δὲ ἔτι Id.3.74

    ;

    καὶ π. Id.7.154

    , 184, prob. in A.Ch. 301, etc.;

    καὶ π. γε E.Hel. 110

    , Pl.R. 328a, 466e;

    καὶ.. γε π. A.Pr.73

    ;

    καὶ δὴ π. Hdt.5.67

    ; freq. at the end of a second clause,

    τάδε λέγω, δράσω τε π. E.Or. 622

    ;

    ἀλογία.., καὶ ἀμαθία γε π. Pl.Men. 90e

    , cf. E.Ph. 610;

    ἐνενήκοντα καὶ μικρόν τι π. D.4.28

    , cf. 22.60.
    I motion towards, as προσάγω, προσέρχομαι, etc.
    II addition, besides, as προσκτάομαι, προσδίδωμι, προστίθημι, etc.
    III a being on, at, by, or beside: hence, a remaining beside, and metaph. connexion and engagement with anything, as πρόσειμι, προσγίγνομαι, etc.
    F REMARKS,
    1 in poetry πρός sts. stands after its case and before an attribute,

    ποίμνας βουστάσεις τε π. πατρός A.Pr. 653

    , cf. Th. 185, S.OT 178 (lyr.), E.Or.94; ἄστυ πότι (or ποτὶ)

    σφέτερον Il.17.419

    , cf. Pi.O.4.5.
    2 in Hom. it is freq. separated from its Verb by tmesis.
    3 sts. (in violation of the rule given by A.D.Synt.127.8, Pron.42.5) followed by an enclit. Pron.,

    πρός με S.Aj. 292

    , Ar.Pl. 1055, D.18.14 (v.l.), Men.978, Pk.77, Com.Adesp.15.25 D., 22.68 D., etc.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > πρός

  • 35 συνεχής

    I of Space, continuous, Parm. 8.6,25, Arist.Metaph. 1069a5, Ph. 200b18, al.; of quantity, opp. διωρισμένος, Id.Cat. 4b20;

    σ. νῶτον Pl.R. 616e

    ; συνεχὲς ποικίλον a continuity of variety, Id.Phd. 110d;

    σ. οἰκήματα Th.3.21

    .
    b c. dat., continuous with or contiguous to, in a line with, Hdt.4.22, E.Hipp. 226 (anap.), Arist.Mete. 339a22, Mu. 392a23, etc.: less freq. c. gen., ib. 393a29 (s. v.l.);

    τομαὶ σ. ἀπὸ μιᾶς μέχρι τῶν δέκα Pl.Lg. 738a

    : abs.,

    σ. ἦσαν Κίλικες Plb.30.25.4

    , cf. Str.11.6.2.
    2 of words, etc.,

    ξ. ῥῆσις Th.5.85

    ;

    πᾶς ὁ σ. λόγος Plb.1.5.5

    ; τούτῳ συνάπτοντες τὸ ς. Id.3.3.2; τὸ ς. connexion of letters, Plu.Lys.19: c. dat.,

    λόγος σ. τῷ νυνδὴ γενόμενος Pl.Ep. 318e

    ;

    σκέψις σ. τοῖς πρότερον Thphr.CP 6.3.3

    .
    3 Math., of proportions, σ. ἀναλογία continued proportion (opp. διῃρημένη), i.e. three terms in geometrical progression, Arist.EN 1131a33, Archim.Aequil.2.9;

    κατὰ τὸ σ. ἀνάλογον Id.Sph. Cyl.2.5

    , etc.
    b successive, of integers as terms in a series, Theol.Ar.54; of middle terms in argument, Arist.APo. 87b6.
    4 of things, continuous, conjoined, Id.HA 509b13, etc.; folld. by a Prep., σ. πρός τι ib. 495b20; of substance, clinging, dense,

    τὸ γλίσχρασμα [τῆς πτισάνης] λεῖον καὶ ς... ἐστι Hp.Acut.10

    , cf. Gal. 6.822; ἀήρ, ἔλαιον, Plu.2.396a,696b; τὸ πυκνὸν καὶ ς. ib.701f; [

    γάλα] λεῖον καὶ ὁμαλὸν καὶ σ. ἑαυτῷ Sor.1.91

    .
    II of Time, continuous, unintermitting, σ. πυρετός, opp. διαλείπων, Hp.Aph.3.21; sts. distd. from σύνοχος πυρετός, Anon. ap. Gal.17(1).220;

    σ. καύματα καὶ πυρετούς Pl. Ti. 86a

    ; [ θερμότης] Thphr.Ign.33;

    κίνησις Id.Lass.15

    ;

    πόνος -έστερος Th.7.81

    ; πόλεμος διὰ βίου ς. Pl.Lg. 625e; συνουσία, βασιλεία, X.Smp.8.18 ([comp] Comp.), Ages.1.4;

    πότοι Men.914

    , cf. Sophil. 3;

    σ. κακοπαθίαι OGI244.12

    (Daphne, ii B.C.); σ. γίνεσθαι, πνεῖν, of winds, Arist.Mete. 362a11,26, Thphr.Vent.1;

    τὸ ἀκρίτως ξ. τῆς ἁμίλλης Th.7.71

    ; τὸ σ. ἔργου (prob. for ἔργον) Anaxandr.63; τοῦ δήμου τὸ ς. continuous intercourse with.., Plu.Per.7; κατὰ τὸ ς. continuously, Plb. 2.2.7; consecutively, in what follows, Gal.15.116; ἐκ τούτου κατὰ τὸ ς. immediately after that, ib.902.
    2 frequent, τῶν ὀρνίθων ἥκιστα σ. καὶ συνήθης [ὁ γύψ] Plu.2.286a;

    λουτροῖς συνεχέσι χρῆσθαι Sor.1.65

    ; χάσμη ς. ib.24; - εστέρα ἔστω ἡ ἐκμύζησις ib.97.
    III of persons, constant, persevering, X.Oec.21.9;

    ἐν ταῖς.. πρὸς τὰ πάθη διαμάχαις Plu.2.74c

    ; cf. Poll.4.20, 6.147.
    B Adv. σῠνεχῶς, [dialect] Ep. and [dialect] Ion. - έως (v. sub fin.):
    I mostly of Time, continually, continuously, unremittingly, Hes.Th. 636, Hdt. 7.16.γ, E.IA 1008, IG12.57.54, etc.;

    ξ. πολεμεῖν Th.2.1

    , cf. 1.11, 5.24, Antipho 6.44;

    συνεχέως αἰεί Hdt.1.67

    , cf. Pl.Lg. 706a; ἀεὶ ς. ib. 807e; οἱ σ. ἐτῶν οὐκ ὀλίγων ἐφεξῆς γενόμενοι (v.l. γιν-)

    λιμοί Gal.6.749

    : [comp] Comp.

    - έστερον A.D.Pron.65.17

    : [comp] Sup.

    - έστατα X.Mem.4.2.6

    .
    b without leaving an interval, immediately,

    ἐπίθυε.., καὶ λέγε τὸν λόγον συνεχῶς τὸν τῆς ἐπικλήσεως PMag.Par.1.1865

    , cf. BGU451.15 (i/ii A.D.), PFlor.332.18 (ii A.D.);

    δίδοται πρὸς τὰ θανάσιμα σ. πινόμενον καὶ ἐξεμούμενον Dsc.1.30

    ; βδέλλας καύσας καὶ λεάνας χρῶ σ. προεκτίλας (sc. superfluous eyelashes) Aët.7.69.
    c at frequent intervals,

    ἵνα μὴ σ. λούηται τὸ βρέφος Sor.1.99

    ; μελίκρατον σ. ἐνστάζομεν ib. 123; τὰ βρέφη -έστερον ἐξερᾷ [τὸ γάλα].. ναυτιῶντα ib. 109;

    ποτίζων -έστερον ἐκ διαστημάτων Gp.10.18.5

    ; - έστερον, = saepius, Gloss.; - έστατα, = saepissime, ib.
    2 freq. with Numbers, in succession, consecutively, ὁρμαθοὺς μελῶν ἐφεξῆς τέτταρας ξ. Ar.Ra. 915; ἡμέρας ἑβδομήκοντα ξ. Th.2.75; μῆνας ὀκτὼ ς. Ephipp.5.15 (anap.); similarly, οὐ σ. ἐφεξῆς ἐν τάξει πεποιημένος [τὸν λόγον] Gal.15.496.
    3 rarely of Space,

    σ. εἶναι πᾶσαν οἰκουμένην Arist.Mete. 362b29

    ;

    σ. μέχρι.. Plb.2.14.6

    .
    II συνεχές as Adv. freq. in [dialect] Ep., as Il.12.26; strengthd., σ. αἰεί unceasing ever, Od.9.74; also in Pi. I.4(3).65(83), Ar.Eq.21, and freq. in later [dialect] Ep., Arat.20, Call.Ap.60, etc.; also in later Prose, Luc.Somn.4, D.L.2.32, al. [

    σῡνεχές Hom.

    ll. cc. and

    σῡνεχέως Hes.

    l. c., B.5.113, metri gr.; also Theoc.20.12, A.R.1.1271.]

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > συνεχής

  • 36 συνοχή

    συνοχ-ή, , ([etym.] συνέχω)
    2 maintenance, control, σ. ἡ ἑαυτοῦ self maintenance, Chrysipp.Stoic.2.173;

    προνοίᾳ καὶ σ. θεοῦ Placit.2.4.2

    ;

    σ. τῆς ἰδίας εὐδαιμονίας Epicur.Fr. 361

    .
    3 continuity, Arist.Top. 122b26, cf. Alex.Aphr.ad loc.;

    σ. κατὰ τόπον Apollod.Stoic. 3.260

    ; coherence,

    σ. καὶ ἕνωσις τῶν μερῶν Dam.Pr. 112

    , al.; combination of elements, Plot.2.9.5.
    b intension or connotation, Dam.Pr. 263.
    4 line of union, meeting-place,

    βλεφάρων Coluth.74

    ; ξ. χιτῶνος the joining of the tunic on the shoulder, A.R.1.744; ἡ κατὰ τὴν ἐσθῆτα ς. the clinging of the garment to the body, Arr.Epict.4.11.12.
    5 metaph., distress, affliction, Ev.Luc.21.25, 2 Ep.Cor.2.4; oppression, Vett.Val.2.8(pl.),PMag.Lond.122.35; detention, imprisonment, BGU 1821.21 (i B.C.), PLond.2.354.24 (i B.C.), Vett.Val.74.23, Man.1.313 (pl.), al.: but of going to bed in disease, ἀκίνδυνος ἔσται ἡ ς. Serapio in Cat.Cod.Astr.1.102.
    6 trap, gin, snare, LXX Jd.2.3 (pl.).

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > συνοχή

  • 37 φιλοζωΐα

    A love of life, esp. of an ignoble kind, clinging to life,

    διὰ φιλοζωΐαν Plb.15.10.5

    , cf. Andronic. Rhod.p.572 M.;

    διὰ τῆς συγγενοῦς φ. D.S.2.50

    ;

    ὑπὸ φ. D.L.6.19

    ;

    τὸν ἔνδοξον θάνατον τῆς ἀγεννοῦς φ. ἠλλάξαντο D.S.17.84

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > φιλοζωΐα

  • 38 ἀμφί

    ἀμφί, Prep. with gen., dat., acc.: (cf. Skt.
    A abhitas 'on both sides', Lat. ambi-):—radic. sense, on both sides; chiefly Poet. and [dialect] Ion. Prose, replaced by περί in later Gk.
    A C. GEN. (Poet., Hdt., X.):
    I causal, about, for the sake of, ἀ. πίδακος μάχεσθαι fight for the possession of a spring, Il.16.285;

    ἀ. γυναικός Pi.P.9.105

    , A.Ag.62;

    ἀ. λέκτρων E.Andr. 123

    : like πρός, in entreaties, πρὸς Ζηνός.. Φοίβου τ' ἀ. for Phoebus' sake, A.R.2.216.
    2 about, concerning, once in Hom., ἀμφ' Ἄρεος φιλότητος ἀείδειν sing of love, Od.8.267;

    ἀμφὶ τιμῆς h.Merc. 172

    (cf. c. 4); once in Hdt., ἀμφὶ κρίσιος (as v.l. for κρίσι)

    μνηστήρων τοσαῦτα ἐγένετο 6.131

    ; more freq. in poets,

    ἀ. δαιμόνων Pi.O.1.35

    , cf. A.Th. 1017, E.Supp. 642, etc.; prob. l. in S.Ph. 554.
    II of Place, about, around, post-Hom.,

    ἀ. ταύτης τῆς πόλιος Hdt.8.104

    ;

    τὸν ἀ. Λίμνας τρόχον E.Hipp. 1133

    .
    B C. DAT. (Poet., [dialect] Ion. and later Prose):
    I of Place, on both sides of,

    ἀμφ' ὀχέεσσι Il.5.723

    ; ἀ. κεφαλῇ, ὤμοισιν, στήθεσσι, ποσσί, about the head, etc., ib.24.163, 3.328, Od.16.174, Il.13.36;

    ἄ. δέρᾳ Sapph.Supp.23.16

    ; ἀμφί οἱ around him, Il.12.396; μοι ἀμφ' αὐτῷ around me, 9.470; like wise

    ἀμφὶ περὶ στήθεσσι Od.11.609

    :—all round, κρέα ἀμφ' ὀβελοῖσι μεμύκει round, i.e. upon, spits, ib.12.395;

    πεπαρμένη ἀμφ' ὀνύχεσσι Hes.Op. 250

    .
    2 more generally, at, by, ἀ. πύλῃσι μάχεσθαι at the gates, Il.12.175; ἀμφὶ [κόρυθι] διατρυφέν smashed on the helmet, 3.362; ἀ. πυρί on the fire, 18.344; ἀμφ' ἐμοί clinging to me, Od.11.423; esp. of falling over one, Il.4.493; of a guardian, over,

    φύλακα ἀ. σοι λείψω S.Aj. 562

    ;

    ἀ. γούνασι πίπτειν E.Alc. 947

    .
    II of Time, ἁλίῳ ἀ. ἑνί in compass of one day, Pi. O.13.37.
    III generally, of connexion or association, without distinct notion of place, ἀ. νεκροῖσιν as concerning the dead, Il.7.408; freq. in Pi., ὅσσα δ' ἀμφ' ἀέθλοις as far as concerns games, N.2.17; ἐπ' ἔργοισιν ἀ. τε βουλαῖς in deeds and counsels, Id.P.5.119; in virtue of,

    ἀμφὶ σοφίᾳ 1.12

    ;

    ἐμᾷ ἀ. μαχανᾷ 8.34

    ;

    ἀμφ' ἀρετᾷ 1.80

    , cf. O.8.42;

    σέο ἀμφὶ τρόπῳ N.1.29

    ; ἀ. ἰατορίᾳ in respect of healing, B.1.39.
    IV causal, about, for the sake of,

    ἀμφ' Ἑλένῃ μάχεσθαι Il.3.70

    ; ἀ. γυναικὶ ἄλγεα πάσχειν ib. 157, cf. Luc.D Deor.20.14;

    ἀ. τοῖσδε καλχαίνων τέκνοις E.Heracl.40

    , cf. Rh. 457 (lyr.);

    ἀ. δώλῳ μωλίειν Leg.Gort.1.17

    ; concerning, Od.1.48;

    εἰπὼν ἀμφ' Ὀδυσῆϊ 14.364

    ;

    ἀρνεύμενον ἀ. βόεσσι h.Merc. 390

    ;

    ἀ. Τειρεσίαο βουλαῖς Pi.I.7(6).8

    ;

    ἕξετ' ἀμφ' ἐμοὶ τροφήν S.OC 1614

    , cf. El. 1144;

    ἔρις ἀ. μουσικῇ Hdt. 6.129

    ;

    ἀ. σοι A.Ag. 890

    ; ἀ. τῷ θανάτῳ αὐτῆς λόγος λέγεται about her death it is reported, Hdt.3.32, cf. S.Aj. 303;

    ἀ. βοῶν ἀγέλαις δόμον αὔξειν B.9.44

    .
    2 of impulses, ἀ. τάρβει, ἀ. φόβῳ for very fear, A.Ch. 547, E.Or. 825;

    ἀ. θυμῷ S.Fr. 565

    ;

    ἀμφ' ὀδύνῃ A.R.2.96

    .
    V like ἐπί, added to,

    πόνος ἀ. πόνῳ Simon.39

    .
    C C. ACC., most freq. in Prose (twice only in Th.):
    I of Place, about, around, mostly with a sense of motion,

    ἀ. μιν φᾶρος βάλον Il.24.588

    , cf. Od.10.365;

    ἀ. βωμίαν ἔπτηξε παστάδα E.HF 984

    .
    2 generally, by, on, ἀμφ' ἅλα by the sea, Il.1.409; ἀ. ῥέεθρα somewhere by the banks, 2.461; ἀ. περὶ κρήνην somewhere about the fountain, 2.305; ἀ. ἄστυ all about in the city, 11.706; Τάρταρον ἀ. μέγαν somewhere in Tartarus, h.Ap. 336, cf. A.Pr. 1029;

    ἀ. Εὔβοιαν B.9.34

    ;

    ἀ. Θρῄκην E.Andr. 215

    ; ἀ. ψάμαθον somewhere on the sand, S.Aj. 1064; ἀ. βωμόν at the altar, E.IT 705;

    περὶ πίδακας ἀ. Theoc. 7.142

    ; of motion, to the neighbourhood of,

    ἦλθες ἀ. Δωδώνην A.Pr. 830

    .
    3 of persons grouped about one, οἱ ἀ. Πρίαμον Priam and his train, Il.3.146, cf. 2.417, 445; οἱ ἀ. Ξέρξεα his army, Hdt.8.25; but οἱ ἀ. Κορινθίους, οἱ ἀ. Μεγαρέας καὶ Φλειασίους the Corinthians, Megarians, etc., and those next them, Id.9.69: hence [dialect] Att., οἱ ἀ. Πρωταγόραν the school of Protagoras or even Protagoras himself, Pl. Tht. 170c; οἱ ἀ. Εὐθύφρονα Euthyphro's friends, Cra. 399e, cf. Th.8.65; of a single person, perh. Pl.Hp.Ma. 281c; so in later Prose, as Luc.VH2.18.
    4 τὰ ἀ. τι that which concerns a thing,

    τὰ ἀ. τὸ ἄριστον Th.7.40

    ; τὰ ἀ. τὴν δίαιταν domestic arrangements, X.Cyr.8.2.6.
    5 causal, about, for the sake of, κλαίειν ἀ. τινα weep about or for one, Il.18.339; μνήσασθαι ἀ. τινα make mention of one, h.Hom. 7.1, cf. Terp.2, Ar.Nu. 595;

    κελαδέοντι φᾶμαι ἀ. Κινύραν Pi.P.2.15

    , cf. I.7(6).9, A.Th. 843;

    ἀ. νιν γοώμενος S.Tr. 937

    .
    6 ἀ. τι ἔχειν to be occupied about a thing,

    ἀ. λιτάν' ἕξομεν A.Th. 101

    ;

    ἀ. δεῖπνον εἶχεν X.Cyr.5.5.44

    , cf. 5.2.26;

    εἶναι ἀμφί τι 7.1.1

    ;

    ἀ. τὰν δαῖσιν Leg.Gort.5.46

    .
    II of Time, throughout, for, τὸν λοιπὸν ἀ. βίοτον, τὸν ὅλον ἀ. χρόνον, Pi.O.1.97, 2.30; about, at the time of, during,

    ἀ. Πλειάδων δύσιν A.Ag. 826

    ;

    ἀ. τὸν χειμῶνα X.Cyr.8.6.22

    , etc.
    2 of Number,

    ἀ. τὰς δώδεκα μυριάδας

    about

    120

    , 000, ib.1.2.15.
    D POSITION. In poets ἀμφί sts. follows its case,

    οἱ δέ μιν ἀμφί Od.23.46

    , cf. 10.218, B.17.53;

    φρένας ἀ. Hes.Th. 554

    , Mimn.1.7; but never suffers anastrophe, Hdn.Gr.1.480.
    E WITHOUT CASE, as Adv., about, around, on both or all sides, freq. in [dialect] Ep.,

    ῥῆξεν δέ οἱ ἀ. χιτῶνα Il.13.439

    ; ἀ. δὲ λειμών around is meadow, Od.6.292; so

    ἀ. περί Il.21.10

    , etc.
    I on both sides, ἀμφίστομος, ἀμφίαλος.
    2 on all sides,

    ἀμφιβάλλω 1.3

    , ἀμφιλαμβάνω, ἀμφιλαφής.
    II causal, for the sake of, ἀμφιμάχομαι, ἀμφιτρομέω.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἀμφί

  • 39 ἀναρτάω

    A hang to or upon, ὀνάρταις ([dialect] Aeol. [tense] pres. part.)

    χέρρας ὐμ ἐμμάτων Alc.Supp.4.21

    ;

    λαιμὸν ἀ. μελάθρῳ A.R.3.789

    ; hang up,

    ἑαυτόν Plu.2.841a

    ; τὸ ζῆν ib.314b:—but mostly,
    2 metaph., attach to, make dependent upon,

    δήμῳ.. μήτε πᾶν ἀναρτήσῃς κράτος E. Fr.626.1

    ;

    ἀ. ἑαυτὸν εἰς δῆμον D.Ep.3.23

    ; ἐς θεοὺς ἀ. τι leave it depending upon them, E.Ph. 705; Rhet.,

    ἀ. τι τῇ ὑποστάσει Aristid.Rh.1p.480S.

    3 keep in suspense, Alciphr.1.22; uplift,

    ταῖς ὑποσχέσεσι Lib.Decl.33.26

    .
    4 suspend, i. e. withhold, c. dat.,

    τὸ σιτηρέσιόν τινι Just.Nov.88.2.1

    .
    II [voice] Pass., to be hung up, παραδείγματα ἀνηρτημένους as examples, Pl.Grg. 525c.
    2 depend upon,

    ἔκ τινος Id. Ion 533e

    : metaph., ἐλπίσιν ἐξ ἐλπίδων ἀναρτωμένους clinging to one hope after another, D.19.18; ἀνηρτῆσθαι εἰς .. to be referred or referable to..,

    τὰ ἁμαρτήματα.. εἰς θεὸν ἀνηρτημένα τιμωρόν Pl.Lg. 729e

    ;

    τὰ ἄλλα πάντα εἰς τὴν ψυχὴν ἀ. Id.Men. 88e

    ;

    ὅτῳ ἀνδρὶ εἰς ἑαυτὸν ἀνήρτηται πάντα Id.Mx. 247e

    ; ἀνηρτημένοι ταῖς ὄψεσιν πρός τινα hanging on one with their eyes, Plu.Oth.3;

    ταῖς ἐπιθυμίαις εἴς τι Id.2.989d

    ;

    ἀνηρτημένοι ταῖς ψυχαῖς

    in suspense,

    D.S.33.5

    .
    III [voice] Med., also with [tense] pf. [voice] Pass., = [voice] Act., D.H.11.46: hence, attach to oneself, make dependent upon one,

    τινά X.Cyr.1.4.1

    ; subdue, ib.1.1.5.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἀναρτάω

  • 40 ἀνθεκτικός

    A clinging to, attached to,

    τινός Arr.Epict.4.11.3

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἀνθεκτικός

См. также в других словарях:

  • clinging — index adhesion (affixing), coadunate, coherent (joined), cohesive (sticking) Burton s Legal Thesaurus. William C. Burton. 2006 …   Law dictionary

  • Clinging — Cling Cling (kl[i^]ng), v. i. [imp. & p. p. {Clung} (kl[u^]ng), {Clong} (kl[o^]ng), Obs.); p. pr. & vb. n. {Clinging}.] [AS. clingan to adhere, to wither; akin to Dan. klynge to cluster, crowd. Cf. {Clump}.] To adhere closely; to stick; to hold… …   The Collaborative International Dictionary of English

  • clinging — adj. Clinging is used with these nouns: ↑dress …   Collocations dictionary

  • clinging — clingy UK [ˈklɪŋɪ] / US or clinging UK [ˈklɪŋɪŋ] / US adjective Word forms clingy : adjective clingy comparative clingier superlative clingiest informal 1) wanting to be with another person all the time in a way that is annoying 2) fitting in a… …   English dictionary

  • clinging — clingy [ˈklɪŋi] or clinging [ˈklɪŋɪŋ] adj informal a clingy child or person wants to be with another person all the time …   Dictionary for writing and speaking English

  • Clinging to a Scheme — Studio album by The Radio Dept. Released April 19, 2010 …   Wikipedia

  • clinging vine — ☆ clinging vine [kliŋ′iŋ ] n. a woman regarded as helpless and dependent in her relationship with a man …   English World dictionary

  • clinging vine — {n.} A very dependent woman; a woman who needs much love and encouragement from a man. * /Mary is a clinging vine; she cannot do anything without her husband./ …   Dictionary of American idioms

  • clinging vine — {n.} A very dependent woman; a woman who needs much love and encouragement from a man. * /Mary is a clinging vine; she cannot do anything without her husband./ …   Dictionary of American idioms

  • clinging\ vine — noun A very dependent woman; a woman who needs much love and encouragement from a man. Mary is a clinging vine; she cannot do anything without her husband …   Словарь американских идиом

  • clinging bat — paprastasis ilgapirštis šikšnosparnis statusas T sritis zoologija | vardynas taksono rangas rūšis atitikmenys: lot. Miniopterus schreibersi angl. bent winged bat; clinging bat; long fingered bat; long winged bat; Schreibers’ bat; Schreibers’ long …   Žinduolių pavadinimų žodynas

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»