Перевод: с греческого на все языки

λῃστάς

См. также в других словарях:

  • λῃστάς — λῃστά̱ς , ληιστής masc acc pl λῃστά̱ς , ληιστής masc nom sg (epic doric aeolic) λῃστά̱ς , ληιστός to be carried off as booty fem acc pl λῃστά̱ς , λῃστής robber masc acc pl (ionic) λῃστά̱ς , λῃστής robber masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • КИМВРЫ —    • Cimbri,          Κίμβροι, народ, который вместе с другими тремя народами: тевтонами, амвронами и тигуринами, в 113 г. до Р. X. и в следующие годы, шесть раз разбивал римские войска и угрожал римскому господству по ту сторону Альп, так что… …   Реальный словарь классических древностей

  • καταπέμπω — (AM καταπέμπω) στέλνω κάτι προς τα κάτω μσν. 1. βυθίζω κάποιον σε απελπισία 2. μτφ. στέλνω κάποιον στον Άδη («πιττάκιν τὸ ἐκατάπεμψεν ἀπέσω τὴν ψυχὴν μου, εἰς θάνατον μὲ ἀπέσωσεν», Λίβ. και Ρόδ.) αρχ. 1. στέλνω από τα μεσόγεια στα παράλια 2. (ειδ …   Dictionary of Greek

  • υποδέχομαι — ὑποδέχομαι, ΝΜΑ και ιων. τ. ὑποδέκομαι και ὑποδέχνυμαι, Α 1. δέχομαι, συγκεντρώνω κάτι που πέφτει ή που ρέει από πάνω (α. «η δεξαμενή υποδέχεται τα λύματα τού εργοστασίου» β. «ἀγγεῑον τὸ μέλλον ὑποδέξεσθαι τὸ ὕδωρ», Ήρων) 2. δέχομαι με… …   Dictionary of Greek

  • υποτρέχω — Α [τρέχω] 1. τρέχω σε χαμηλότερο επίπεδο από κάποιον άλλο ή τρέχω σκυφτά («ὁ δ ὑπέδραμε καὶ λάβε γούνων κύψας», Ομ. Ιλ.) 2. εκτείνομαι, απλώνομαι πιο κάτω («κοίλη δ ὑποδέδρομε βῆσσα», Ομ. Ύμν.) 3. τρέχοντας προλαβαίνω κάποιον («κακούργους… …   Dictionary of Greek

  • χειρώ — (I) άω, Α βλ. χειριῶ. (II) όω, Α 1. (ενεργ. και μέσ.) καταβάλλω, νικώ, υποτάσσω (α. «τοὺς τὸν ἐλέφαντα χειροῡντας», Αιλ. β. «ὡς ἐχειρώσαντο τοὺς ἐναντίους», Ηρόδ.) 2. μέσ. χειροῡμαι, όομαι α) αιχμαλωτίζω («οἱ δὲ ἱππεῑς ἔστιν ὅτε καὶ ληστὰς… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»