Перевод: со всех языков на все языки

со всех языков на все языки

51e

  • 1 les bons comptes font les bons amis

    prov. счет дружбы не портит; ≈ свои люди - сочтемся

    M. le ministre de la Guerre m'a fait l'honneur de me placer à la tête du 51e chasseurs, et je me plais à espérer que 51e chasseurs n'aura pas plus à se plaindre de moi que je n'aurai à me plaindre de lui. Les bons comptes font les bons amis... (G. Courteline, Les Gaietés de l'escadron.) — Г-н военный министр оказал мне честь, дав под мое начальство 51-й егерский полк, и я льщу себя надеждой, что 51-й егерский не будет иметь больше оснований быть недовольным мной, чем я им. Счет дружбы не портит.

    Dictionnaire français-russe des idiomes > les bons comptes font les bons amis

  • 2 Ἡρακλέης

    Ἡρακλέης (-έης, -έος, -έος, -εῖ, -ῆι, -έα, -εες.)
    a personalia. son of Zeus, τῷ ( Ἀμφιτρύωνι)

    ὄψιν ἐειδόμενος ἀθανάτων βασιλεὺς αὐλὰν ἐσῆλθεν σπέρμ' ἀδείμαντον φέρων Ἡρακλέος N. 10.17

    , cf. O. 10.44, P. 9.84, I. 7.7

    ἥρως θεός N. 3.22

    ἀνήρ I. 4.53

    son of Alkmena,

    σὺν Ἡρακλέος ἀριστογόνῳ ματρὶ P. 11.3

    descendant of Alkaios,

    Ἡρακλέης, σεμνὸν θάλος Ἀλκαιδᾶν O. 6.68

    , cf. Probus ad Virg., Ecl. 7. 61, initio Alcidem nominatum post Herculem — ab Hera —, quod eius imperiis opinionem famamque virtutis sit consecutus fr. 291. married to Hebe in Olympos N. 10.18 v. also Ἀλκμήνα, Ἀμφιτρυωνιάδας, Ἥβα.
    b as family hero. progenitor of the Eratidai through his son Tlepolemos,

    Ἡρακλέος εὐρυσθενεῖ γέννᾳ O. 7.22

    progenitor of the Herakleidai,

    ὀλβία Λακεδαίμων, μάκαιρα Θεσσαλία. πατρὸς δ ἀμφοτέραις ἐξ ἑνὸς ἀριστομάχου γένος Ἡρακλέος βασιλεύει P. 10.3

    Λακεδαίμονι ἐν Ἄργει τε καὶ ζαθέᾳ Πύλῳ ἔνασσεν (sc. Ἀπόλλων)

    ἀλκάεντας Ἡρακλέος ἑκγόνους Αἰγιμιοῦ τε P. 5.71

    c patron and founder. founder of the Olympiad

    Ὀλυμπιάδα δ' ἔστασεν Ἡρακλέης ἀκρόθινα πολέμου O. 2.3

    κραίνων ἐφετμὰς Ἡρακλέος προτέρας ἀτρεκὴς Ἑλλανοδίκας Αἰτωλὸς ἀνήρ O. 3.11

    θρασυμάχανος Ἡρακλέης πατρὶ ἑορτάν τε κτίσῃ πλειστόμβροτον τεθμόν τε μέγιστον ἀέθλων O. 6.68

    ὕπατον δ' ἔσχεν Πίσα Ἡρακλέος τεθμόν N. 10.33

    πενταετηρίδ' ἑορτὰν Ἡρακλέος τέθμιον κωμάσαις N. 11.27

    cf. O. 10.22ff. patron of Thebes,

    Ἡρακλέος ὀλβίαν πρὸς αὐλάν N. 4.24

    , cf. fr. 29. 4. patron of games, ἀγώνων μοῖραν Ἑρμᾷ καὶ σὺν Ἡρακλεῖ διέποντι θάλειαν (sc. Διόσκουροι) N. 10.53 connected with Tiryns O. 10.31, I. 6.28
    d his adventures and fame. fights Poseidon, Apollo, Hades,

    Ἡρακλέης σκύταλον τίναξε χερσίν O. 9.30

    kills Kteatos and Eurytos O. 10.27ff. kills Moliones and destroys the city of Augeas,

    δάμασε καὶ κείνους Ἡρακλέης O. 10.30

    is defeated by Kyknos, τράπε

    δὲ Κύκνεια μάχα καὶ ὑπέρβιον Ἡρακλέα O. 10.16

    Hera attempts to kill him,

    ἐγὼ δ' Ἡρακλέος ἀντέχομαι προφρόνως N. 1.33

    ff., cf. Πα. 20. friend and companion of the Aiakidai, τοὶ καὶ σὺν μάχαις δὶς πόλιν Τρώων πράθον, ἑσπόμενοι Ἡρακλῆι πρότερον, καὶ σὺν Ἀτρείδαις (Tricl.: Ἡρακλεῖ codd.) I. 5.37, cf. I. 6.27—31, fr. 172, N. 4.25ff. Ἡράκλεες, σέο δὲ προπράον' ἔμμεν ξεῖνον ἀδελφεόν τ (sc. Αἰακόν) N. 7.86 πέφνεν δὲ σὺν κείνῳ (= Τελαμῶνι)

    Μερόπων ἔθνεα καὶ τὸν βουβόταν Ἀλκυονῆ, σφετέρας δ' οὐ φείσατο χερσὶν βαρυφθόγγοιο νευρᾶς Ἡρακλέης I. 6.35

    cf. N. 4.26—7, test. fr. 33a. fights Geryon and Diomedes at behest of Eurystheus O. 3.28, fr. 81. τεκμαίρομαι ἔργοισιν Ἡρακλέος fr. 169. 5. his journey to the west,

    κιόνων ὕπερ Ἡρακλέος ἥρως θεὸς ἃς ἔθηκε ναυτιλίας ἐσχάτας μάρτυρας κλυτάς N. 3.21

    Ἡρακλέος σταλᾶν O. 3.44

    v. test. fr. 256, I. 4.12 his general fame,

    κωφὸς ἀνήρ τις, ὃς Ἡρακλεῖ στόμα μὴ περιβάλλει P. 9.87

    τὸ πάντολμον σθένος Ἡρακλέος ὑμνήσομεν fr. 29. 4. for accounts of his exploits v. O. 10.24ff., N. 1.61ff., N. 3.22ff., I. 6.27ff.
    e test. Quint., Inst., 8. 6. 71, Hercules impetum adversus Meropas qui in insula Coo dicuntur habitasse non igni nec ventis nec mari sed fulmini similem fuisse fr. 33a Snell, = fr. 50 Schr. Strabo, 2. 91. 7, ὥς φησιν ἐν τοῖς ὕμνοις Πίνδαρος οἱ μεθ' Ἡρακλέους ἐκ Τροίας πλέοντες διὰ παρθένιον Ἕλλας πορθμόν, ἐπεὶ τῷ Μυρτῴῳ συνῆψαν, ἐς Κῶν ἐπαλινδρόμησαν Ζεφύρου ἀντιπνεύσαντος fr. 33a Snell, = fr. 51 Schr. Corp. Paroem. Gr., Supp. 1, p. 61 Ἡράκλειος ψώρα· ἐπὶ τῶν Ἡρακλείων λουτρῶν δεομένων καὶ θεραπείας. Ἀθηνᾶ γὰρ τῷ Ἡρακλεῖ πολλαχοῦ ἀνῆκε θερμὰ λουτάρια καὶ ἀνάπαυλαν τῶν πόνων ὡς μαρτυρεῖ καὶ Πίνδαρος ἐν Ὕμνοις fr. 51e. Σ Hom. Φ 1, Ἡρακλῆς εἰς Ἅιδου κατελθὼν ἐπὶ τὸν Κέρβερον κ. τ. ἑ. fr. 294a, cf. titulum Δ. 2. Philostr., Imag. 2. 24, Ἡρακλῆς εἰς τὴν τοῦ Κορωνοῦ στέγην ἀφικόμενος σιτεῖται βοῦν ὅλον fr. 168a. Strabo, 3. 5. 5, εἰς πύλας Γαδειρίδας ὑστάτας ἀφῖχθαι τὸν Ἡρακλέα (verba εἰς πύλας Γαδειρίδας Pindaro tribuuntur) fr. 256.
    f frag. ] Ἡρακλέης fr. 140a. 51 (26). ] Ἡρακλέος εξα[ fr. 169. 42.

    Lexicon to Pindar > Ἡρακλέης

  • 3 γεννητής

    γενν-ητής, οῦ, ,
    A begetter, parent, S.OT 1015, Fr. 752, Pl.Cri. 51e, Lg. 717e;

    τῶν πράξεων ὥσπερ καὶ τέκνων Arist.EN 1113b18

    : generally, producer, Plot.3.3.3.
    II [full] γεννῆται, οἱ, ([etym.] γέννα) at Athens, members of γένη, Pl.Lg. 878d, Philoch.94; εἰς τοὺς γ. ἐγγράφειν, ἄγειν, Is.7.13,15, cf. Arist.Ath.3, IG22.1229.5;

    Ἀπόλλωνος Πατρῴου καὶ Διὸς Ἑρκείου γ. D.57.67

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > γεννητής

  • 4 λόγος

    λόγος, , verbal noun of λέγω (B), with senses corresponding to λέγω (B) II and III (on the various senses of the word v. Theo Sm.pp.72,73 H., An.Ox.4.327): common in all periods in Prose and Verse, exc. Epic, in which it is found in signf. derived from λέγω (B) 111, cf.infr. VI. 1 a:
    I computation, reckoning (cf. λέγω (B) II).
    1 account of money handled,

    σανίδες εἰς ἃς τὸν λ. ἀναγράφομεν IG12.374.191

    ; ἐδίδοσαν τὸν λ. ib.232.2;

    λ. δώσεις τῶν μετεχείρισας χρημάτων Hdt.3.142

    , cf. 143;

    οὔτε χρήματα διαχειρίσας τῆς πόλεως δίδωμι λ. αὐτῶν οὔτε ἀρχὴν ἄρξας οὐδεμίαν εὐθύνας ὑπέχω νῦν αὐτῆς Lys.24.26

    ;

    λ. ἀπενεγκεῖν Arist.Ath.54.1

    ;

    ἐν ταῖς εὐθύναις τοῦ τοιούτου λ. ὑπεχέτω Pl.Lg. 774b

    ;

    τὸν τῶν χρημάτων λ. παρὰ τούτων λαμβάνειν D.8.47

    ;

    ἀδικήματα εἰς ἀργυρίου λ. ἀνήκοντα Din.1.60

    ; συνᾶραι λόγον μετά τινος settle accounts with, Ev.Matt.18.23, etc.; δεύτεροι λ. a second audit, Cod.Just.1.4.26.1; ὁ τραπεζιτικὸς λ. banking account, Theo Sm.p.73 H.: metaph.,

    οὐκ ἂν πριαίμην οὐδενὸς λ. βροτόν S.Aj. 477

    .
    b public accounts, i. e. branch of treasury, ἴδιος λ., in Egypt, OGI188.2, 189.3, 669.38; also as title of treasurer, ib.408.4, Str.17.1.12;

    ὁ ἐπὶ τῶν λ. IPE2.29

    A ([place name] Panticapaeum); δημόσιος λ., = Lat. fiscus, OGI669.21 (Egypt, i A.D.), etc. (but later, = aerarium, Cod.Just.1.5.15); also

    Καίσαρος λ. OGI669.30

    ; κυριακὸς λ. ib.18.
    2 generally, account, reckoning, μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λ. excels the whole account, i.e. is best of all, S.OC 1225 (lyr.); δόντας λ. τῶν ἐποίησαν accounting for, i.e. paying the penalty for their doings, Hdt.8.100;

    λ. αἰτεῖν Pl.Plt. 285e

    ;

    λ. δοῦναι καὶ δέξασθαι Id.Prt. 336c

    , al.;

    λαμβάνειν λ. καὶ ἐλέγχειν Id.Men. 75d

    ;

    παρασχεῖν τῶν εἰρημένων λ. Id.R. 344d

    ;

    λ. ἀπαιτεῖν D.30.15

    , cf. Arist. EN 1104a3; λ. ὑπέχειν, δοῦναι, D.19.95;

    λ. ἐγγράψαι Id.24.199

    , al.;

    λ. ἀποφέρειν τῇ πόλει Aeschin.3.22

    , cf. Eu. Luc.16.2, Ep.Hebr.13.17;

    τὸ παράδοξον τῶν συμβεβηκότων ὑπὸ λόγον ἄγειν Plb.15.34.2

    ; λ. ἡ ἐπιστήμη, πολλὰ δὲ ὁ λ. the account is manifold, Plot.6.9.4; ἔχων λόγον τοῦ διὰ τί an account of the cause, Arist.APo. 74b27; ἐς λ. τινός on account of,

    ἐς χρημάτων λ. Th.3.46

    , cf. Plb.5.89.6, LXX 2 Ma1.14, JRS 18.152 ([place name] Jerash); λόγῳ c. gen., by way of, Cod.Just.3.2.5. al.; κατὰ λόγον τοῦ μεγέθους if we take into account his size, Arist.HA 517b27;

    πρὸς ὃν ἡμῖν ὁ λ. Ep.Hebr.4.13

    , cf. D.Chr.31.123.
    3 measure, tale (cf. infr. 11.1),

    θάλασσα.. μετρέεται ἐς τὸν αὐτὸν λ. ὁκοῖος πρόσθεν Heraclit.31

    ;

    ψυχῆς ἐστι λ. ἑαυτὸν αὔξων Id.115

    ; ἐς τούτου (sc. γήραος) λ. οὐ πολλοί τινες ἀπικνέονται to the point of old age, Hdt.3.99, cf.7.9.β; ὁ ξύμπας λ. the full tale, Th.7.56, cf. Ep.Phil.4.15; κοινῷ λ. νομίσαντα common measure, Pl.Lg. 746e; sum, total of expenditure, IG42(1).103.151 (Epid., iv B.C.); ὁ τῆς οὐσίας λ., = Lat. patrimonii modus, Cod.Just.1.5.12.20.
    4 esteem, consideration, value put on a person or thing (cf. infr. VI. 2 d), οὗ πλείων λ. ἢ τῶν ἄλλων who is of more worth than all the rest, Heraclit.39; βροτῶν λ. οὐκ ἔσχεν οὐδέν' A.Pr. 233;

    οὐ σμικροῦ λ. S.OC 1163

    : freq. in Hdt.,

    Μαρδονίου λ. οὐδεὶς γίνεται 8.102

    ;

    τῶν ἦν ἐλάχιστος ἀπολλυμένων λ. 4.135

    , cf. E.Fr.94;

    περὶ ἐμοῦ οὐδεὶς λ. Ar.Ra.87

    ; λόγου οὐδενὸς γίνεσθαι πρός τινος to be of no account, repute with.., Hdt.1.120, cf.4.138; λόγου ποιήσασθαί τινα make one of account, Id.1.33; ἐλαχίστου, πλείστου λ. εἶναι, to be highly, lowly esteemed, Id.1.143, 3.146; but also λόγον τινὸς ποιεῖσθαι, like Lat. rationem habere alicujus, make account of, set a value on, Democr.187, etc.: usu. in neg. statements,

    οὐδένα λ. ποιήσασθαί τινος Hdt.1.4

    , cf. 13, Plb.21.14.9, etc.;

    λ. ἔχειν Hdt.1.62

    , 115;

    λ. ἴσχειν περί τινος Pl.Ti. 87c

    ;

    λ. ἔχειν περὶ τοὺς ποιητάς Lycurg.107

    ;

    λ. ἔχειν τινός D.18.199

    , Arist.EN 1102b32, Plu.Phil.18 (but also, have the reputation of.., v. infr. VI. 2 e);

    ἐν οὐδενὶ λ. ποιήσασθαί τι Hdt.3.50

    ; ἐν οὐδενὶ λ. ἀπώλοντο without regard, Id.9.70;

    ἐν σμικρῷ λ. εἶναι Pl.R. 550a

    ; ὑμεῖς οὔτ' ἐν λ. οὔτ' ἐν ἀριθμῷ Orac. ap. Sch.Theoc.14.48; ἐν ἀνδρῶν λ. [εἶναι] to be reckoned, count as a man, Hdt.3.120; ἐν ἰδιώτεω λόγῳ καὶ ἀτίμου reckoned as.., Eus.Mynd.Fr. 59;

    σεμνὸς εἰς ἀρετῆς λ. καὶ δόξης D.19.142

    .
    II relation, correspondence, proportion,
    1 generally, ὑπερτερίης λ. relation (of gold to lead), Thgn.418 = 1164;

    πρὸς λόγον τοῦ σήματος A.Th. 519

    ; κατὰ λόγον προβαίνοντες τιμῶσι in inverse ratio, Hdt.1.134, cf. 7.36;

    κατὰ λ. τῆς ἀποφορῆς Id.2.109

    ; τἄλλα κατὰ λ. in like fashion, Hp.VM16, Prog.17: c. gen., κατὰ λ. τῶν πρόσθεν ib. 24;

    κατὰ λ. τῶν ἡμερῶν Ar. Nu. 619

    ;

    κατὰ λ. τῆς δυνάμεως X. Cyr.8.6.11

    ;

    ἐλάττω ἢ κατὰ λ. Arist. HA 508a2

    , cf. PA 671a18;

    ἐκ ταύτης ἐγένετο ἐκείνη κατὰ λ. Id.Pol. 1257a31

    ; cf. εὔλογος: sts. with ὁ αὐτός added, κατὰ τὸν αὐτὸν λ. τῷ τείχεϊ in fashion like to.., Hdt.1.186; περὶ τῶν νόσων ὁ αὐτὸς λ. analogously, Pl.Tht. 158d, cf. Prm. 136b, al.; εἰς τὸν αὐτὸν λ. similarly, Id.R. 353d; κατὰ τὸν αὐτὸν λ. in the same ratio, IG12.76.8; by parity of reasoning, Pl.Cra. 393c, R. 610a, al.; ἀνὰ λόγον τινός, τινί, Id.Ti. 29c, Alc.2.145d; τοῦτον ἔχει τὸν λ. πρὸς.. ὃν ἡ παιδεία πρὸς τὴν ἀρετήν is related to.. as.., Procl.in Euc.p.20 F., al.
    2 Math., ratio, proportion (ὁ κατ' ἀνάλογον λ., λ. τῆς ἀναλογίας, Theo Sm.p.73 H.), Pythag. 2;

    ἰσότης λόγων Arist.EN 113a31

    ;

    λ. ἐστὶ δύο μεγεθῶν ἡ κατὰ πηλικότητα ποιὰ σχέσις Euc.5

    Def.3;

    τῶν ἁρμονιῶν τοὺς λ. Arist.Metaph. 985b32

    , cf. 1092b14; λόγοι ἀριθμῶν numerical ratios, Aristox.Harm.p.32 M.; τοὺς φθόγγους ἀναγκαῖον ἐν ἀριθμοῦ λ. λέγεσθαι πρὸς ἀλλήλους to be expressed in numerical ratios, Euc.Sect.Can. Proëm.: in Metre, ratio between arsis and thesis, by which the rhythm is defined, Aristox.Harm.p.34 M.;

    ἐὰν ᾖ ἰσχυροτέρα τοῦ αἰσθητηρίου ἡ κίνησις, λύεται ὁ λ. Arist.de An. 424a31

    ; ἀνὰ λόγον analogically, Archyt.2; ἀνὰ λ. μερισθεῖσα [ἡ ψυχή] proportionally, Pl. Ti. 37a; so

    κατὰ λ. Men.319.6

    ; πρὸς λόγον in proportion, Plb.6.30.3, 9.15.3 (but πρὸς λόγον ἐπὶ στενὸν συνάγεται narrows uniformly, Sor. 1.9, cf. Diocl.Fr.171);

    ἐπὶ λόγον IG5(1).1428

    ([place name] Messene).
    3 Gramm., analogy, rule, τῷ λ. τῶν μετοχικῶν, τῆς συγκοπῆς, by the rule of the participles, of syncope, Choerob. in Theod.1.75 Gaisf., 1.377 H.;

    εἰπέ μοι τὸν λ. τοῦ Αἴας Αἴαντος, τουτέστι τὸν κανόνα An.Ox. 4.328

    .
    1 plea, pretext, ground, ἐκ τίνος λ.; A.Ch. 515;

    ἐξ οὐδενὸς λ. S.Ph. 731

    ;

    ἀπὸ παντὸς λ. Id.OC 762

    ;

    χὠ λ. καλὸς προσῆν Id.Ph. 352

    ;

    σὺν ἀφανεῖ λ. Id.OT 657

    (lyr., v.l. λόγων)

    ; ἐν ἀφανεῖ λ. Antipho 5.59

    ;

    ἐπὶ τοιούτῳ λ. Hdt.6.124

    ; κατὰ τίνα λ.; on what ground? Pl.R. 366b; οὐδὲ πρὸς ἕνα λ. to no purpose, Id.Prt. 343d; ἐπὶ τίνι λ.; for what reason? X.HG2.2.19; τὸν λ. τοῦτον this ground of complaint, Aeschin.3.228; τίνι δικαίῳ λ.; what just cause is there? Pl.Grg. 512c; τίνι λ.; on what account? Act.Ap.10.29; κατὰ λόγον ἂν ἠνεσχόμην ὑμῶν reason would that.., ib.18.14; λ. ἔχειν, with personal subject, εἶχον ἄν τινα λ. I (i.e. my conduct) would have admitted of an explanation, Pl.Ap. 31b; τὸν ὀρθὸν λ. the true explanation, ib. 34b.
    b plea, case, in Law or argument (cf. VIII. I), τὸν ἥττω λ. κρείττω ποιεῖν to make the weaker case prevail, ib. 18b, al., Arist.Rh. 1402a24, cf. Ar.Nu. 1042 (pl.); personified, ib. 886, al.;

    ἀμύνεις τῷ τῆς ἡδονῆς λ. Pl.Phlb. 38a

    ;

    ἀνοίσεις τοὺς λ. αὐτῶν πρὸς τὸν θεόν LXXEx.18.19

    ; ἐχειν λ. πρός τινα to have a case, ground of action against.., Act.Ap.19.38.
    2 statement of a theory, argument, οὐκ ἐμεῦ ἀλλὰ τοῦ λ. ἀκούσαντας prob. in Heraclit.50; λόγον ἠδὲ νόημα ἀμφὶς ἀληθείης discourse and reflection on reality, Parm.8.50; δηλοῖ οὗτος ὁ λ. ὅτι .. Democr.7; οὐκ ἔχει λόγον it is not arguable, i.e. reasonable, S.El. 466, Pl.Phd. 62d, etc.;

    ἔχει λ. D.44.32

    ;

    οὐδεὶς αὐτὰ καταβαλεῖ λ. E.Ba. 202

    ;

    δίκασον.. τὸν λ. ἀκούσας Pl.Lg. 696b

    ; personified, φησὶ οὗτος ὁ λ. ib. 714d, cf. Sph. 238b, Phlb. 50a; ὡς ὁ λ. (sc. λέγει) Arist.EN 1115b12; ὡς ὁ λ. ὁ ὀρθὸς λέγει ib. 1138b20, cf. 29;

    ὁ λ. θέλει προσβιβάζειν Phld.Rh.1.41

    , cf.1.19 S.;

    οὐ γὰρ ἂν ἀκούσειε λόγου ἀποτρέποντος Arist.EN 1179b27

    ;

    λ. καθαίρων Aristo Stoic.1.88

    ; λόγου τυγχάνειν to be explained, Phld.Mus.p.77 K.; ὁ τὸν λ. μου ἀκούων my teaching, Ev.Jo.5.24; ὁ προφητικὸς λ., collect., of VT prophecy, 2 Ep.Pet.1.19: pl.,

    ὁκόσων λόγους ἤκουσα Heraclit.108

    ;

    οὐκ ἐπίθετο τοῖς ἐμοῖς λ. Ar.Nu.73

    ; of arguments leading to a conclusion ([etym.] ὁ λ.), Pl. Cri. 46b;

    τὰ Ἀναξαγόρου βιβλία γέμει τούτων τῶν λ. Id.Ap. 26d

    ; λ. ἀπὸ τῶν ἀρχῶν, ἐπὶ τὰς ἀρχάς, Arist.EN 1095a31; συλλογισμός ἐστι λ. ἐν ᾧ τεθέντων τινῶν κτλ. Id.APr. 24b18; λ. ἀντίτυπός τε καὶ ἄπορος, of a self-contradictory theory, Plot.6.8.7.
    b ὁ περὶ θεῶν λ., title of a discourse by Protagoras, D.L.9.54; ὁ Ἀχιλλεὺς λ., name of an argument, ib.23;

    ὁ αὐξόμενος λ. Plu.2.559b

    ; καταβάλλοντες (sc. λόγοι), title of work by Protagoras, S.E.M.7.60;

    λ. σοφιστικοί Arist.SE 165a34

    , al.;

    οἱ μαθηματικοὶ λ. Id.Rh. 1417a19

    , etc.; οἱ ἐξωτερικοὶ λ., current outside the Lyceum, Id.Ph. 217b31, al.; Δισσοὶ λ., title of a philosophical treatise (= Dialex.); Λ. καὶ Λογίνα, name of play of Epicharmus, quibble, argument, personified, Ath.8.338d.
    c in Logic, proposition, whether as premiss or conclusion,

    πρότασίς ἐστι λ. καταφατικὸς ἢ ἀποφατικός τινος κατά τινος Arist.APr. 24a16

    .
    d rule, principle, law, as embodying the result of λογισμός, Pi.O.2.22, P.1.35, N.4.31;

    πείθεσθαι τῷ λ. ὃς ἄν μοι λογιζομένῳ βέλτιστος φαίνηται Pl.Cri. 46b

    , cf. c; ἡδονὰς τοῖς ὀρθοῖς λ. ἑπομένας obeying right principles, Id.Lg. 696c; προαιρέσεως [ἀρχὴ] ὄρεξις καὶ λ. ὁ ἕνεκά τινος principle directed to an end, Arist.EN 1139a32; of the final cause,

    ἀρχὴ ὁ λ. ἔν τε τοῖς κατὰ τέχνην καὶ ἐν τοῖς φύσει συνεστηκόσιν Id.PA 639b15

    ; ἀποδιδόασι τοὺς λ. καὶ τὰς αἰτίας οὗ ποιοῦσι ἑκάστου ib.18; [

    τέχνη] ἕξις μετὰ λ. ἀληθοῦς ποιητική Id.EN 1140a10

    ; ὀρθὸς λ. true principle, right rule, ib. 1144b27, 1147b3, al.; κατὰ λόγον by rule, consistently,

    ὁ κατὰ λ. ζῶν Pl.Lg. 689d

    , cf. Ti. 89d; τὸ κατὰ λ. ζῆν, opp. κατὰ πάθος, Arist.EN 1169a5; κατὰ λ. προχωρεῖν according to plan, Plb.1.20.3.
    3 law, rule of conduct,

    ᾧ μάλιστα διηνεκῶς ὁμιλοῦσι λόγῳ Heraclit.72

    ;

    πολλοὶ λόγον μὴ μαθόντες ζῶσι κατὰ λόγον Democr.53

    ; δεῖ ὑπάρχειν τὸν λ. τὸν καθόλου τοῖς ἄρχουσιν universal principle, Arist.Pol. 1286a17;

    ὁ νόμος.. λ. ὢν ἀπό τινος φρονήσεως καὶ νοῦ Id.EN 1180a21

    ; ὁ νόμος.. ἔμψυχος ὢν ἑαυτῷ λ. conscience, Plu. 2.780c; τὸν λ. πρόχειρον ἔχειν precept, Phld.Piet.30, cf. 102;

    ὁ προστακτικὸς τῶν ποιητέων ἢ μὴ λ. κοινός M.Ant.4.4

    .
    4 thesis, hypothesis, provisional ground, ὡς ἂν εἰ λέγοι λόγον maintain a thesis, Pl. Prt. 344b; ὑποθέμενος ἑκάστοτε λ. provisionally assuming a proposition, Id.Phd. 100a; τὸν τῆς ὁμοιότητος λ. hypothesis of equivalence, Arist.Cael. 296a20.
    5 reason, ground,

    πάντων γινομένων κατὰ τὸν λ. τόνδε Heraclit.1

    ;

    οὕτω βαθὺν λ. ἔχει Id.45

    ; ἐκ λόγου, opp. μάτην, Leucipp. 2;

    μέγιστον σημεῖον οὗτος ὁ λ. Meliss.8

    ; [ἐμπειρία] οὐκ ἔχει λ. οὐδένα ὧν προσφέρει has no grounds for.., Pl.Grg. 465a; μετὰ λόγου

    τε καὶ ἐπιστήμης θείας Id.Sph. 265c

    ; ἡ μετα λόγου ἀληθὴς δόξα ([etym.] ἐπιστήμη) Id.Tht. 201c; λόγον ζητοῦσιν ὧν οὐκ ἔστι λ. proof, Arist. Metaph. 1011a12;

    οἱ ἁπάντων ζητοῦντες λ. ἀναιροῦσι λ. Thphr.Metaph. 26

    .
    6 formula (wider than definition, but freq. equivalent thereto), term expressing reason,

    λ. τῆς πολιτείας Pl.R. 497c

    ; ψυχῆς οὐσία τε καὶ λ. essential definition, Id.Phdr. 245e;

    ὁ τοῦ δικαίου λ. Id.R. 343a

    ; τὸν λ. τῆς οὐσίας ib. 534b, cf. Phd. 78d;

    τὰς πολλὰς ἐπιστήμας ἑνὶ λ. προσειπεῖν Id.Tht. 148d

    ;

    ὁ τῆς οἰκοδομήσεως λ. ἔχει τὸν τῆς οἰκίας Arist. PA 646b3

    ;

    τεθείη ἂν ἴδιον ὄνομα καθ' ἕκαστον τῶν λ. Id.Metaph. 1006b5

    , cf. 1035b4;

    πᾶς ὁρισμὸς λ. τίς ἐστι Id.Top. 102a5

    ; ἐπὶ τῶν σχημάτων λ. κοινός generic definition, Id.de An. 414b23; ἀκριβέστατος λ. specific definition, Id.Pol. 1276b24;

    πηγῆς λ. ἔχον Ph.2.477

    ; τὸ ᾠὸν οὔτε ἀρχῆς ἔχει λ. fulfils the function of.., Plu.2.637d; λ. τῆς μίξεως formula, i. e. ratio (cf. supr. II) of combination, Arist.PA 642a22, cf. Metaph. 993a17.
    7 reason, law exhibited in the world-process, κατὰ λόγον by law,

    κόσμῳ πάντα καὶ κατὰ λ. ἔχοντα Pl.R. 500c

    ; κατ τὸν < αὐτὸν αὖ> λ. by the same law, Epich.170.18;

    ψυχῆς τὸ πᾶν τόδε διοικούσης κατὰ λ. Plot.2.3.13

    ; esp. in Stoic Philos., the divine order,

    τὸν τοῦ παντὸς λ. ὃν ἔνιοι εἱμαρμένην καλοῦσιν Zeno Stoic.1.24

    ; τὸ ποιοῦν τὸν ἐν [τῇ ὕλῃ] λ. τὸν θεόν ibid., cf. 42;

    ὁ τοῦ κόσμου λ. Chrysipp.Stoic.2.264

    ; λόγος, = φύσει νόμος, Stoic.2.169;

    κατὰ τὸν κοινὸν θεοῖς καὶ ἀνθρώποις λ. M.Ant.7.53

    ;

    ὁ ὀρθὸς λ. διὰ πάντων ἐρχόμενος Chrysipp.Stoic.3.4

    : so in Plot.,

    τὴν φύσιν εἶναι λόγον, ὃς ποιεῖ λ. ἄλλον γέννημα αὑτοῦ 3.8.2

    .
    b σπερματικὸς λ. generative principle in organisms,

    ὁ θεὸς σπ. λ. τοῦ κόσμου Zeno Stoic.1.28

    : usu. in pl., Stoic. 2.205,314,al.;

    γίνεται τὰ ἐν τῷ παντὶ οὐ κατὰ σπερματικούς, ἀλλὰ κατὰ λ. περιληπτικούς Plot.3.1.7

    , cf.4.4.39: so without

    σπερματικός, ὥσπερ τινὲς λ. τῶν μερῶν Cleanth.Stoic.1.111

    ;

    οἱ λ. τῶν ὅλων Ph.1.9

    .
    c in Neo-Platonic Philos., of regulative and formative forces, derived from the intelligible and operative in the sensible universe,

    ὄντων μειζόνων λ. καὶ θεωρούντων αὑτοὺς ἐγὼ γεγέννημαι Plot.3.8.4

    ;

    οἱ ἐν σπέρματι λ. πλάττουσι.. τὰ ζῷα οἷον μικρούς τινας κόσμους Id.4.3.10

    , cf.3.2.16,3.5.7; opp. ὅρος, Id.6.7.4;

    ἀφανεῖς λ. τῆς φύσεως Procl.

    in R.1.18 K.; τεχνικοὶ λ. ib.142 K., al.
    IV inward debate of the soul (cf.

    λ. ὃν αὐτὴ πρὸς αὑτὴν ἡ ψυχὴ διεξέρχεται Pl.Tht. 189e

    ( διάλογος in Sph. 263e); ὁ ἐν τῇ ψυχῇ, ὁ ἔσω λ. (opp. ὁ ἔξω λ.), Arist.APo. 76b25, 27; ὁ ἐνδιάθετος, opp. ὁ προφορικὸς λ., Stoic.2.43, Ph.2.154),
    1 thinking, reasoning, τοῦ λ. ἐόντος ξυνοῦ, opp. ἰδία φρόνησις, Heraclit. 2; κρῖναι δὲ λόγῳ.. ἔλεγχον test by reflection, Parm.1.36; reflection, deliberation (cf. VI.3),

    ἐδίδου λόγον ἑωυτῷ περὶ τῆς ὄψιος Hdt.1.209

    , cf. 34, S.OT 583, D.45.7; μὴ εἰδέναι.. μήτε λόγῳ μήτε ἔργῳ neither by reasoning nor by experience, Anaxag.7;

    ἃ δὴ λόγῳ μὲν καὶ διανοίᾳ ληπτά, ὄψει δ' οὔ Pl.R. 529d

    , cf. Prm. 135e;

    ὁ λ. ἢ ἡ αἴσθησις Arist.EN 1149a35

    ,al.; αὐτῷ μόνον τῷ λ. πιστεύειν (opp. αἰσθήσεις), of Parmenides and his school, Aristocl. ap. Eus.PE14.17: hence λόγῳ or τῷ λ. in idea, in thought,

    τῷ λ. τέμνειν Pl.R. 525e

    ; τῷ λ. δύο ἐστίν, ἀχώριστα πεφυκότα two in idea, though indistinguishable in fact, Arist. EN 1102a30, cf. GC 320b14, al.; λόγῳ θεωρητά mentally conceived, opp. sensibly perceived, Placit.1.3.5, cf. Demetr.Lac.Herc.1055.20;

    τοὺς λ. θεωρητοὺς χρόνους Epicur.Ep.1p.19U.

    ; διὰ λόγου θ. χ. ib.p.10 U.;

    λόγῳ καταληπτός Phld.Po.5.20

    , etc.; ὁ λ. οὕτω αἱρέει analogy proves, Hdt.2.33; ὁ λ. or λ. αἱρέει reasoning convinces, Id.3.45,6.124, cf. Pl.Cri. 48c (but, our argument shows, Lg. 663d): also c. acc. pers., χρᾶται ὅ τι μιν λ. αἱρέει as the whim took him, Hdt.1.132; ἢν μὴ ἡμέας λ. αἱρῇ unless we see fit, Id.4.127, cf. Pl.R. 607b; later ὁ αἱρῶν λ. ordaining reason, Zeno Stoic.1.50, M.Ant.2.5, cf. 4.24, Arr.Epict. 2.2.20, etc.: coupled or contrasted with other functions, καθ' ὕπνον ἐπειδὴ λόγου καὶ φρονήσεως οὐ μετεῖχε since reason and understanding are in abeyance, Pl.Ti. 71d; μετὰ λόγου τε καὶ ἐπιστήμης, opp. αἰτία αὐτομάτη, of Nature's processes of production, Id.Sph. 265c; τὸ μὲν δὴ νοήσει μετὰ λόγου περιληπτόν embraced by thought with reflection, opp. μετ' αἰσθήσεως ἀλόγου, Id.Ti. 28a; τὸ μὲν ἀεὶ μετ' ἀληθοῦς λ., opp. τὸ δὲ ἄλογον, ib. 51e, cf. 70d, al.;

    λ. ἔχων ἑπόμενον τῷ νοεῖν Id.Phlb. 62a

    ; ἐπιστήμη ἐνοῦσα καὶ ὀρθὸς λ. scientific knowledge and right process of thought, Id.Phd. 73a;

    πᾶς λ. καὶ πᾶσα ἐπιστήμη τῶν καθόλου Arist.Metaph. 1059b26

    ;

    τὸ λόγον ἔχον Id.EN 1102b15

    , 1138b9, al.: in sg. and pl., contrasted by Pl. and Arist. as theory, abstract reasoning with outward experience, sts. with depreciatory emphasis on the former,

    εἰς τοὺς λ. καταφυγόντα Pl.Phd. 99e

    ; τὸν ἐν λόγοις σκοπούμενον τὰ ὄντα, opp. τὸν ἐν ἔργοις (realities), ib. 100a;

    τῇ αἰσθήσει μᾶλλον τῶν λ. πιστευτέον Arist.GA 760b31

    ; γνωριμώτερα κατὰ τὸν λ., opp. κατὰ τὴν αἴσθησιν, Id.Ph. 189a4; ἐκ τῶν λ. δῆλον, opp. ἐκ τῆς ἐπαγωγῆς, Id.Mete. 378b20; ἡ τῶν λ. πίστις, opp. ἐκ τῶν ἔργων φανερόν, Id.Pol. 1326a29;

    ἡ πίστις οὐ μόνον ἐπὶ τῆς αἰσθήσεως ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ λ. Id.Ph. 262a19

    ;

    μαρτυρεῖ τὰ γιγνόμενα τοῖς λ. Id.Pol. 1334a6

    ; ὁ μὲν λ. τοῦ καθόλου, ἡ δὲ αἴσθησις τοῦ κατὰ μέρος explanation, opp. perception, Id.Ph. 189a7; ἔσονται τοῖς λ. αἱ πράξεις ἀκόλουθοι theory, opp. practice, Epicur.Sent.25; in Logic, of discursive reasoning, opp. intuition, Arist.EN 1142a26, 1143b1; reasoning in general, ib. 1149a26; πᾶς λ. καὶ πᾶσα ἀπόδειξις all reasoning and demonstration, Id.Metaph. 1063b10;

    λ. καὶ φρόνησιν Phld.Mus.p.105

    K.; ὁ λ. ἢ λογισμός ibid.; τὸ ἰδεῖν οὐκέτι λ., ἀλλὰ μεῖζον λόγου καὶ πρὸ λόγου, of mystical vision, opp. reasoning, Plot.6.9.10.—Phrases, κατὰ λ. τὸν εἰκότα by probable reasoning, Pl.Ti. 30b;

    οὔκουν τόν γ' εἰκότα λ. ἂν ἔχοι Id.Lg. 647d

    ; παρὰ λόγον, opp. κατὰ λ., Arist.Rh.Al. 1429a29, cf. EN 1167b19; cf. παράλογος (but παρὰ λ. unexpectedly, E.Ba. 940).
    2 reason as a faculty, ὁ λ. ἀνθρώπους κυβερνᾷ [Epich.] 256; [

    θυμοειδὲς] τοῦ λ. κατήκοον Pl.Ti. 70a

    ; [

    θυμὸς] ὑπὸ τοῦ λ. ἀνακληθείς Id.R. 440d

    ; σύμμαχον τῷ λ. τὸν θυμόν ib. b;

    πειθαρχεῖ τῷ λ. τὸ τοῦ ἐγκρατοῦς Arist. EN 1102b26

    ; ἄλλο τι παρὰ τὸν λ. πεφυκός, ὃ μάχεται τῷ λ. ib.17;

    ἐναντίωσις λόγου πρὸς ἐπιθυμίας Plot.4.7.13(8)

    ;

    οὐ θυμός, οὐκ ἐπιθυμία, οὐδὲ λ. οὐδέ τις νόησις Id.6.9.11

    : freq. in Stoic. Philos. of human Reason, opp. φαντασία, Zeno Stoic.1.39; opp. φύσις, Stoic.2.206; οὐ σοφία οὐδὲ λ. ἐστὶν ἐν [τοῖς ζῴοις] ibid.;

    τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ὡς λ. ἔχων λ. μὴ ἔχουσι χρῶ M.Ant.6.23

    ;

    ὁ λ. κοινὸν πρὸς τοὺς θεούς Arr.Epict. 1.3.3

    ;

    οἷον [εἰκὼν] λ. ὁ ἐν προφορᾷ λόγου τοῦ ἐν ψυχῇ, οὕτω καὶ αὐτὴ λ. νοῦ Plot.5.1.3

    ; τὸ τὸν λ. σχεῖν τὴν οἰκείαν ἀρετήν (sc. εὐδαιμονίαν) Procl.in Ti.3.334 D.; also of the reason which pervades the universe, θεῖος λ. [Epich.] 257;

    τὸν θεῖον λ. καθ' Ἡράκλειτον δι' ἀναπνοῆς σπάσαντες νοεροὶ γινόμεθα S.E.M.7.129

    (cf. infr. x).
    b creative reason,

    ἀδύνατον ἦν λόγον μὴ οὐκ ἐπὶ πάντα ἐλθεῖν Plot.3.2.14

    ;

    ἀρχὴ οὖν λ. καὶ πάντα λ. καὶ τὰ γινόμενα κατ' αὐτόν Id.3.2.15

    ;

    οἱ λ. πάντες ψυχαί Id.3.2.18

    .
    V continuous statement, narrative (whether fact or fiction), oration, etc. (cf. λέγω (B) 11.2),
    1 fable, Hdt.1.141;

    Αἰσώπου λόγοι Pl.Phd. 60d

    , cf. Arist.Rh. 1393b8;

    ὁ τοῦ κυνὸς λ. X.Mem. 2.7.13

    .
    2 legend,

    ἱρὸς λ. Hdt.2.62

    , cf. 47, Pi.P.3.80 (pl.);

    συνθέντες λ. E.Ba. 297

    ;

    λ. θεῖος Pl.Phd. 85d

    ; ἱεροὶ λ., of Orphic rhapsodies, Suid. S.V. Ὀρφεύς.
    3 tale, story,

    ἄλλον ἔπειμι λ. Xenoph. 7.1

    , cf. Th.1.97, etc.;

    συνθέτους λ. A.Pr. 686

    ; σπουδὴν λόγου urgent tidings, E.Ba. 663; ἄλλος λ. 'another story', Pl.Ap. 34e; ὁμολογούμενος ὁ λ. ἐστίν the story is consistent, Isoc.3.27: pl., histories,

    ἐν τοῖσι Ἀσσυρίοισι λ. Hdt.1.184

    , cf. 106, 2.99; so in sg., a historical work, Id.2.123, 6.19,7.152: also in sg., one section of such a work (like later βίβλος), Id.2.38,6.39, cf. VI.3d; so in pl.,

    ἐν τοῖσι Λιβυκοῖσι λ. Id.2.161

    , cf. 1.75,5.22,7.93, 213;

    ἐν τῷ πρώτῳ τῶν λ. Id.5.36

    ; ὁ πρῶτος λ., of St. Luke's gospel, Act.Ap.1.1: in Pl., opp. μῦθος, as history to legend, Ti. 26e;

    ποιεῖν μύθους ἀλλ' οὐ λόγους Phd. 61b

    , cf. Grg. 523a (but μῦθον λέγειν, opp. λόγῳ ( argument)

    διεξελθεῖν Prt. 320c

    , cf. 324d);

    περὶ λόγων καὶ μύθων Arist.Pol. 1336a30

    ;

    ὁ λ... μῦθός ἐστι Ael.NA4.34

    .
    4 speech, delivered in court, assembly, etc.,

    χρήσομαι τῇ τοῦ λ. τάξει ταύτῃ Aeschin.3.57

    , cf. Arist.Rh. 1358a38;

    δικανικοὶ λ. Id.EN 1181a4

    ;

    τρία γένη τῶν λ. τῶν ῥητορικῶν, συμβουλευτικόν, δικανικόν, ἐπιδεικτικόν Id.Rh. 1358b7

    ;

    τῷ γράψαντι τὸν λ. Thphr. Char.17.8

    , cf.

    λογογράφος 11

    ; ἐπιτάφιος λ. funeral oration, Pl.Mx. 236b; esp. of the body of a speech, opp. ἐπίλογος, Arist.Rh. 1420b3; opp. προοίμιον, ib. 1415a12; body of a law, opp. proem, Pl.Lg. 723b; spoken, opp. written word,

    τὸν τοῦ εἰδότος λ. ζῶντα καὶ ἔμψυχον οὗ ὁ γεγραμμένος εἴδωλόν τι Id.Phdr. 276a

    ; ὁ ἐκ τοῦ βιβλίου ῥηθεὶς [λ.] speech read from a roll, ib. 243c; published speech, D.C.40.54; rarely of the speeches in Tragedy ([etym.] ῥήσεις), Arist.Po. 1450b6,9.
    VI verbal expression or utterance (cf. λέγω (B) 111), rarely a single word, v. infr. b, never in Gramm. signf. of vocable ([etym.] ἔπος, λέξις, ὄνομα, ῥῆμα), usu. of a phrase, cf. IX. 3 (the only sense found in [dialect] Ep.).
    a pl., without Art., talk,

    τὸν ἔτερπε λόγοις Il.15.393

    ;

    αἱμύλιοι λ. Od.1.56

    , h.Merc. 317, Hes.Th. 890, Op.78, 789, Thgn.704, A.R.3.1141; ψευδεῖς Λ., personified, Hes.Th. 229;

    ἀφροδίσιοι λ. Semon.7.91

    ;

    ἀγανοῖσι λ. Pi.P. 4.101

    ; ὄψον δὲ λ. φθονεροῖσιν tales, Id.N.8.21; σμικροὶ λ. brief words, S.Aj. 1268 (s.v.l.), El. 415; δόκησις ἀγνὼς λόγων bred of talk, Id.OT 681 (lyr.): also in sg., λέγ' εἴ σοι τῷ λ. τις ἡδονή speak if thou delightest in talking, Id.El. 891.
    b sg., expression, phrase,

    πρὶν εἰπεῖν ἐσθλὸν ἢ κακὸν λ. Id.Ant. 1245

    , cf. E.Hipp. 514;

    μυρίας ὡς εἰπεῖν λόγῳ Hdt.2.37

    ; μακρὸς λ. rigmarole, Simon.189, Arist.Metaph. 1091a8; λ. ἠρέμα λεχθεὶς διέθηκε τὸ πόρρω a whispered message, Plot.4.9.3; ἑνὶ λόγῳ to sum up, in brief phrase, Pl.Phdr. 241e, Phd. 65d; concisely, Arist. EN 1103b21 (but also, = ἁπλῶς, περὶ πάντων ἑνὶ λ. Id.GC 325a1): pl., λ. θελκτήριοι magic words, E.Hipp. 478; rarely of single words,

    λ. εὐσύνθετος οἷον τὸ χρονοτριβεῖν Arist.Rh. 1406a36

    ; οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λ. answered her not a word, Ev.Matt.15.23.
    c coupled or contrasted with words expressed or understood signifying act, fact, truth, etc., mostly in a depreciatory sense,

    λ. ἔργου σκιή Democr. 145

    ;

    ὥσπερ μικρὸν παῖδα λόγοις μ' ἀπατᾷς Thgn.254

    ; λόγῳ, opp. ἔργῳ, Democr.82, etc.;

    νηπίοισι οὐ λ. ἀλλὰ ξυμφορὴ διδάσκαλος Id.76

    ;

    ἔργῳ κοὐ λόγῳ τεκμαίρομαι A.Pr. 338

    , cf. S.El.59, OC 782;

    λόγῳ μὲν λέγουσι.. ἔργῳ δὲ οὐκ ἀποδεικνῦσι Hdt.4.8

    ;

    οὐ λόγων, φασίν, ἡ ἀγορὴ δεῖται, χαλκῶν δέ Herod.7.49

    ;

    οὔτε λ. οὔτε ἔργῳ Lys.9.14

    ; λόγοις, opp. ψήφῳ, Aeschin.2.33; opp. νόῳ, Hdt.2.100;

    οὐ λόγῳ μαθών E.Heracl.5

    ;

    ἐκ λόγων, κούφου πράγματος Pl.Lg. 935a

    ; λόγοισι εἰς τὸ πιθανὸν περιπεπεμμένα ib. 886e, cf. Luc.Anach.19;

    ἵνα μὴ λ. οἴησθε εἶναι, ἀλλ' εἰδῆτε τὴν ἀλήθειαν Lycurg.23

    , cf. D.30.34; opp. πρᾶγμα, Arist.Top. 146a4; opp. βία, Id.EN 1179b29, cf. 1180a5; opp. ὄντα, Pl.Phd. 100a; opp. γνῶσις, 2 Ep.Cor.11.6; λόγῳ in pretence, Hdt.1.205, Pl.R. 361b, 376d, Ti. 27a, al.; λόγου ἕνεκα merely as a matter of words,

    ἄλλως ἕνεκα λ. ἐλέγετο Id.Cri. 46d

    ; λόγου χάριν, opp. ὡς ἀληθῶς, Arist.Pol. 1280b8; but also, let us say, for instance, Id.EN 1144a33, Plb.10.46.4, Phld. Sign.29, M.Ant.4.32; λόγου ἕνεκα let us suppose, Pl.Tht. 191c; ἕως λόγου, μέχρι λ., = Lat. verbo tenus, Plb.10.24.7, Epict.Ench.16: sts. without depreciatory force, the antithesis or parallelism being verbal (cf. 'word and deed'),

    λόγῳ τε καὶ σθένει S.OC68

    ;

    ἔν τε ἔργῳ καὶ λ. Pl.R. 382e

    , cf. D.S.13.101, Ev.Luc.24.19, Act.Ap.7.22, Paus.2.16.2; ὅσα μὲν λόγῳ εἶπον, opp. τὰ ἔργα τῶν πραχθέντων, Th. 1.22.
    2 common talk, report, tradition,

    ὡς λ. ἐν θνητοῖσιν ἔην Batr. 8

    ;

    λ. ἐκ πατέρων Alc.71

    ;

    οὐκ ἔστ' ἔτυμος λ. οὗτος Stesich.32

    ;

    διξὸς λέγεται λ. Hdt.3.32

    ;

    λ. ὑπ' Αἰγυπτίων λεγόμενος Id.2.47

    ; νέον [λ.] tidings, S.Ant. 1289 (lyr.); τὰ μὲν αὐτοὶ ὡρῶμεν, τὰ δὲ λόγοισι ἐπυνθανόμεθα by hearsay, Hdt.2.148: also in pl., ἐν γράμμασιν λόγοι κείμενοι traditions, Pl.Lg. 886b.
    b rumour,

    ἐπὶ παντὶ λ. ἐπτοῆσθαι Heraclit. 87

    ; αὐδάεις λ. voice of rumour, B.14.44; περὶ θεῶν διῆλθεν ὁ λ. ὅτι .. Th.6.46; λ. παρεῖχεν ὡς .. Plb.3.89.3; ἐξῆλθεν ὁ λ. οὗτος εῖς τινας ὅτι .. Ev.Jo.21.23, cf. Act.Ap.11.22; fiction, Ev.Matt.28.15.
    c mention, notice, description, οὐκ ὕει λόγου ἄξιον οὐδέν worth mentioning, Hdt.4.28, cf. Plb.1.24.8, etc.; ἔργα λόγου μέζω beyond expression, Hdt.2.35; κρεῖσσον λόγου τὸ εἶδος τῆς νόσου beyond description, Th. 2.50;

    μείζω ἔργα ἢ ὡς τῷ λ. τις ἂν εἴποι D.6.11

    .
    d the talk one occasions, repute, mostly in good sense, good report, praise, honour (cf. supr. 1.4),

    πολλὰ φέρειν εἴωθε λ... πταίσματα Thgn.1221

    ;

    λ. ἐσλὸν ἀκοῦσαι Pi.I.5(4).13

    ;

    πλέονα.. λ. Ὀδυσσέος ἢ πάθαν Id.N.7.21

    ;

    ἵνα λ. σε ἔχῃ πρὸς ἀνθρώπων ἀγαθός Hdt.7.5

    , cf. 9.78; Τροίαν.. ἧς ἁπανταχοῦ λ. whose fame, story fills the world, E.IT 517;

    οὐκ ἂν ἦν λ. σέθεν Id.Med. 541

    : less freq. in bad sense, evil report, λ. κακόθρους, κακός, S. Aj. 138 (anap.), E.Heracl. 165: pl., λόγους ψιθύρους πλάσσων slanders, S.Aj. 148 (anap.).
    e λ. ἐστί, ἔχει, κατέχει, the story goes, c. acc. et inf.,

    ἔστ τις λ. τὰν Ἀρετὰν ναίειν Simon.58.1

    , cf. S.El. 417; λ. μὲν ἔστ' ἀρχαῖος ὡς .. Id.Tr.1; λ. alone, E.Heracl.35;

    ὡς λ. A.Supp. 230

    , Pl. Phlb. 65c, etc.;

    λ. ἐστί Hdt.7.129

    ,9.26, al.;

    λ. αἰὲν ἔχει S.OC 1573

    (lyr.); ὅσον ὁ λ. κατέχει tradition prevails, Th.1.10: also with a personal subject in the reverse construction. Κλεισθένης λ. ἔχει τὴν Πυθίην ἀναπεῖσαι has the credit of.., Hdt.5.66, cf. Pl.Epin. 987b, 988b;

    λ. ἔχοντα σοφίας Ep.Col.2.23

    , v.supr.1.4.
    3 discussion, debate, deliberation,

    πολλὸς ἦν ἐν τοῖσι λ. Hdt.8.59

    ;

    συνελέχθησαν οἱ Μῆδοι ἐς τὠυτὸ καὶ ἐδίδοσαν σφίσι λόγον, λέγοντες περὶ τῶν κατηκόντων Id.1.97

    ;

    οἱ Πελασγοὶ ἑωυτοῖσι λόγους ἐδίδοσαν Id.6.138

    ;

    πολέμῳ μᾶλλον ἢ λόγοις τὰ ἐγκλήματα διαλύεσθαι Th.1.140

    ;

    οἱ περὶ τῆς εἰρήνης λ. Aeschin.2.74

    ; τοῖς ἔξωθεν λ. πεπλήρωκε τὸν λ. [Plato] has filled his dialogue with extraneous discussions, Arist.Pol. 1264b39;

    τὸ μῆκος τῶν λ. D.Chr.7.131

    ; μεταβαίνων ὁ λ. εἰς ταὐτὸν ἀφῖκται our debate, Arist.EN 1097a24; ὁ παρὼν λ. ib. 1104a11; θεῶν ὧν νῦν ὁ λ. ἐστί discussion, Pl.Ap. 26b, cf. Tht. 184a, M.Ant.8.32; τῷ λ. διελθεῖν, διϊέναι, Pl.Prt. 329c, Grg. 506a, etc.; τὸν λ. διεξελθεῖν conduct the debate, Id.Lg. 893a; ξυνελθεῖν ἐς λόγον confer, Ar.Eq. 1300: freq. in pl., ἐς λόγους συνελθόντες parley, Hdt. 1.82; ἐς λ. ἐλθεῖν τινι have speech with, ib.86;

    ἐς λ. ἀπικέσθαι τινί Id.2.32

    ;

    διὰ λόγων ἰέναι E.Tr. 916

    ;

    ἐμαυτῇ διὰ λ. ἀφικόμην Id.Med. 872

    ;

    ἐς λ. ἄγειν τινά X.HG4.1.2

    ;

    κοινωνεῖν λόγων καὶ διανοίας Arist.EN 1170b12

    .
    b right of discussion or speech, ἢ 'πὶ τῷ πλήθει λ.; S.OC 66; λ. αἰτήσασθαι ask leave to speak, Th.3.53;

    λ. διδόναι X.HG5.2.20

    ; οὐ προυτέθη σφίσιν λ. κατὰ τὸν νόμον ib.1.7.5;

    λόγου τυχεῖν D.18.13

    , cf. Arist.EN 1095b21, Plb.18.52.1;

    οἱ λόγου τοὺς δούλους ἀποστεροῦντες Arist.Pol. 1260b5

    ;

    δοῦλος πέφυκας, οὐ μέτεστί σοι λόγου Trag.Adesp.304

    ;

    διδόντας λ. καὶ δεχομένους ἐν τῷ μέρει Luc.Pisc.8

    : hence, time allowed for a speech,

    ἐν τῷ ἐμῷ λ. And.1.26

    ,al.;

    ἐν τῷ ἑαυτοῦ λ. Pl.Ap. 34a

    ;

    οὐκ ἐλάττω λ. ἀνήλωκε D.18.9

    .
    c dialogue, as a form of philosophical debate,

    ἵνα μὴ μαχώμεθα ἐν τοῖς λ. ἐγώ τε καὶ σύ Pl. Cra. 430d

    ;

    πρὸς ἀλλήλους τοὺς λ. ποιεῖσθαι Id.Prt. 348a

    : hence, dialogue as a form of literature,

    οἱ Σωκρατικοὶ λ. Arist.Po. 1447b11

    , Rh. 1417a20; cf. διάλογος.
    d section, division of a dialogue or treatise (cf. v. 3),

    ὁ πρῶτος λ. Pl.Prm. 127d

    ; ὁ πρόσθεν, ὁ παρελθὼν λ., Id.Phlb. 18e, 19b;

    ἐν τοῖς πρώτοις λ. Arist.PA 682a3

    ; ἐν τοῖς περὶ κινήσεως λ. in the discussion of motion (i. e. Ph.bk.8), Id.GC 318a4;

    ἐν τῷ περὶ ἐπαίνου λ. Phld.Rh.1.219

    ; branch, department, division of a system of philosophy,

    τὴν φρόνησιν ἐκ τριῶν συνεστηκέναι λ., τῶν φυσικῶν καὶ τῶν ἠθικῶν καὶ τῶν λογικῶν Chrysipp.Stoic.2.258

    .
    e in pl., literature, letters, Pl.Ax. 365b, Epin. 975d, D.H.Comp.1,21 (but, also in pl., treatises, Plu.2.16c);

    οἱ ἐπὶ λόγοις εὐδοκιμώτατοι Hdn.6.1.4

    ; Λόγοι, personified, AP9.171 (Pall.).
    VII a particular utterance, saying:
    1 divine utterance, oracle, Pi.P.4.59;

    λ. μαντικοί Pl. Phdr. 275b

    ;

    οὐ γὰρ ἐμὸν ἐρῶ τὸν λ. Pl.Ap. 20e

    ;

    ὁ λ. τοῦ θεοῦ Apoc.1.2

    ,9.
    2 proverb, maxim, saying, Pi.N.9.6, A.Th. 218; ὧδ' ἔχει λ. ib. 225; τόνδ' ἐκαίνισεν λ. ὡς .. Critias 21, cf. Pl.R. 330a, Ev.Jo.4.37;

    ὁ παλαιὸς λ. Pl.Phdr. 240c

    , cf. Smp. 195b, Grg. 499c, Lg. 757a, 1 Ep.Ti.1.15, Plu.2.1082e, Luc.Alex.9, etc.;

    τὸ τοῦ λόγου δὴ τοῦτο Herod.2.45

    , cf. D.Chr.66.24, Luc.JTr.3, Alciphr.3.56, etc.: pl., Arist.EN 1147a21.
    3 assertion, opp. oath, S.OC 651; ψιλῷ λ. bare word, opp. μαρτυρία, D.27.54.
    4 express resolution, κοινῷ λ. by common consent, Hdt.1.141,al.; ἐπὶ λ. τοιῷδε, ἐπ' ᾧ τε .. on the following terms, Id.7.158, cf. 9.26;

    ἐνδέξασθαι τὸν λ. Id.1.60

    , cf. 9.5; λ. ἔχοντες πλεονέκτην a greedy proposal, Id.7.158: freq. in pl., terms, conditions, Id.9.33, etc.
    5 word of command, behest, A.Pr.17,40 (both pl.), Pers. 363;

    ἀνθρώπους πιθανωτέρους ποιεῖν λόγῳ X.Oec.13.9

    ;

    ἐξέβαλε τὰ πνεύματα λόγῳ Ev.Matt.8.16

    ; οἱ δέκα λ. the ten Commandments, LXX Ex.34.28, Ph.1.496.
    VIII thing spoken of, subject-matter (cf. 111.1 b and 2),

    λ. τοῦτον ἐάσομεν Thgn.1055

    ; προπεπυσμένος πάντα λ. the whole matter, Hdt.1.21, cf. 111; τὸν ἐόντα λ. the truth of the matter, ib.95, 116; μετασχεῖν τοῦ λ. to be in the secret, ib. 127;

    μηδενὶ ἄλλῳ τὸν λ. τοῦτον εῐπῃς Id.8.65

    ; τίς ἦν λ.; S.OT 684 ( = πρᾶγμα, 699); περί τινος λ. διελεγόμεθα subject, question, Pl.Prt. 314c; [τὸ προοίμιον] δεῖγμα τοῦ λ. case, Arist.Rh. 1415a12, cf. 111.1b; τέλος δὲ παντὸς τοῦ λ. ψηφίζονται the end of the matter was that.., Aeschin.3.124;

    οὐκ ἔστεξε τὸν λ. Plb.8.12.5

    ;

    οὐκ ἔστι σοι μερὶς οὐδὲ κλῆρος ἐν τῷ λ. τούτῳ Act.Ap.8.21

    ;

    ἱκανὸς αὐτῷ ὁ λ. Pl.Grg. 512c

    ; οὐχ ὑπολείπει [Γοργίαν] ὁ λ. matter for talk, Arist.Rh. 1418a35;

    μηδένα λ. ὑπολιπεῖν Isoc.4.146

    ; πρὸς λόγον to the point, apposite,

    οὐδὲν πρὸς λ. Pl.Phlb. 42e

    , cf. Prt. 344a;

    ἐὰν πρὸς λ. τι ᾖ Id.Phlb. 33c

    ; also

    πρὸς λόγου Id.Grg. 459c

    (s. v.l.).
    2 plot of a narrative or dramatic poem, = μῦθος, Arist.Po. 1455b17, al.
    b in Art, subject of a painting,

    ζωγραφίας λόγοι Philostr.VA 6.10

    ;

    λ. τῆς γραφῆς Id.Im.1.25

    .
    3 thing talked of, event,

    μετὰ τοὺς λ. τούτους LXX 1 Ma.7.33

    , cf. Act.Ap.15.6.
    IX expression, utterance, speech regarded formally, τὸ ἀπὸ [ψυχῆς] ῥεῦμα διὰ τοῦ στόματος ἰὸν μετὰ φθόγγου λ., opp. διάνοια, Pl.Sph. 263e; intelligent utterance, opp. φωνή, Arist.Pol. 1253a14;

    λ. ἐστὶ φωνὴ σημαντικὴ κατὰ συνθήκην Id.Int. 16b26

    , cf. Diog.Bab.Stoic.3.213; ὅθεν (from the heart)

    ὁ λ. ἀναπέμπεται Stoic.2.228

    , cf. 244; Protagoras was nicknamed λόγος, Hsch. ap. Sch.Pl.R. 600c, Suid.;

    λόγου πειθοῖ Democr.181

    : in pl., eloquence, Isoc.3.3,9.11;

    τὴν ἐν λόγοις εὐρυθμίαν Epicur.Sent.Pal.5p.69

    v. d. M.; λ. ἀκριβής precise language, Ar.Nu. 130 (pl.), cf. Arist.Rh. 1418b1;

    τοῦ μὴ ᾀδομένου λ. Pl.R. 398d

    ; ἡδυσμένος λ., of rhythmical language set to music, Arist.Po. 1449b25; ἐν παντὶ λ. in all manner of utterance, 1 Ep.Cor.1.5; ἐν λόγοις in orations, Arist.Po. 1459a13; λ. γελοῖοι, ἀσχήμονες, ludicrous, improper speech, Id.SE 182b15, Pol. 1336b14.
    2 of various modes of expression, esp. artistic and literary,

    ἔν τε ᾠδαῖς καὶ μύθοις καὶ λόγοις Pl.Lg. 664a

    ;

    ἐν λόγῳ καὶ ἐν ᾠδαῖς X.Cyr.1.4.25

    , cf. Pl.Lg. 835b; prose, opp. ποίησις, Id.R. 390a; opp. ψιλομετρία, Arist.Po. 1448a11; opp. ἔμμετρα, ib. 1450b15 (pl.); τῷ λ. τοῦτο τῶν μέτρων (sc. τὸ ἰαμβεῖον)

    ὁμοιότατον εἶναι Id.Rh. 1404a31

    ; in full, ψιλοὶ λ. prose, ib. b33 (but ψιλοὶ λ., = arguments without diagrams, Pl.Tht. 165a); λ. πεζοί, opp. ποιητική, D.H.Comp.6; opp. ποιήματα, ib.15;

    κοινὰ καὶ ποιημάτων καὶ λόγων Phld.Po.5.7

    ; πεζὸς λ. ib.27, al.
    b of the constituents of lyric or dramatic poetry, words,

    τὸ μέλος ἐκ τριῶν.. λόγου τε καὶ ἁρμονίας καὶ ῥυθμοῦ Pl.R. 398d

    ; opp. πρᾶξις, Arist.Po. 1454a18; dramatic dialogue, opp. τὰ τοῦ χοροῦ, ib. 1449a17.
    3 Gramm., phrase, complex term, opp. ὄνομα, Id.SE 165a13; λ. ὀνοματώδης noun- phrase, Id.APo. 93b30, cf. Rh. 1407b27; expression, D.H.Th.2, Demetr.Eloc.92.
    b sentence, complete statement, "

    ἄνθρωπος μανθάνει λόγον εἶναί φῃς.. ἐλάχιστόν τε καὶ πρῶτον Pl.Sph. 262c

    ;

    λ. αὐτοτελής A.D.Synt.3.6

    , D.T.634.1; ῥηθῆναι λόγῳ to be expressed in a sentence, Pl.Tht. 202b; λ. ἔχειν to be capable of being so expressed, ib. 201e, cf. Arist.Rh. 1404b26.
    c language, τὰ τοῦ λ. μέρη parts of speech, Chrysipp.Stoic.2.31, S.E.M.9.350, etc.;

    τὰ μόρια τοῦ λ. D.H.Comp.6

    ;

    μέρος λ. D.T.633.26

    , A.D.Pron.4.6, al. (but ἓν μέρος <τοῦ cod.> λόγου one word, Id.Synt.340.10, cf. 334.22); περὶ τῶν στοιχείων τοῦ λ., title of work by Chrysippus.
    X the Word or Wisdom of God, personified as his agent in creation and world-government,

    ὁ παντοδύναμός σου λ. LXX Wi.18.15

    ;

    ὁ ἐκ νοὸς φωτεινὸς λ. υἱὸς θεοῦ Corp.Herm.1.6

    , cf. Plu.2.376c; λ. θεοῦ δι' οὗ κατεσκευάσθη [ὁ κόσμος] Ph.1.162; τῆς τοῦ θεοῦ σοφίας· ἡ δέ ἐστιν ὁ θεοῦ λ. ib.56; λ. θεῖος.. εἰκὼν θεοῦ ib. 561, cf. 501; τὸν τομέα τῶν συμπάντων [θεοῦ] λ. ib. 492; τὸν ἄγγελον ὅς ἐστι λ. ib. 122: in NT identified with the person of Christ,

    ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λ. Ev.Jo.1.1

    , cf. 14, 1 Ep.Jo.2.7, Apoc.19.13;

    ὁ λ. τῆς ζωῆς 1 Ep.Jo.1.1

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > λόγος

  • 5 μεταπειστός

    A open to persuasion, Pl.Ti. 51e;

    μ. ὑπὸ λόγου Id.Def. 414c

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > μεταπειστός

  • 6 μόρον

    μόρον, τό,
    A black mulberry, Epich.207;

    πεπαίτερος μόρων A.Fr. 264

    , cf. S.Fr. 395, Eurypho ap.Gal. 17(1).888, Archig. ap. Aët.9.35, Philum. ib.33.
    2 blackberry,

    μ. τοῦ βάτου Hp.Mul.2.112

    , cf. A.Fr. 116; μ. τὸ βατῶδες Phanias ap.Ath.2.51e.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > μόρον

  • 7 παρασκηνόω

    A = παρασκηνάω, X.Cyr.4.5.8 (v.l. μεθ' ὧνπερ ἐσκήνου) ; to be near, τινι Plu.2.51e ; μῆνες τῷ χειμῶνι -σκηνοῦντες ib. 735d.
    II φᾶρος π. throw a wide garment like a tent or canopy over one, v.l. in A.Eu. 634.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > παρασκηνόω

  • 8 περί

    περί, Thess., Delph. περ IG9(2).517.17 (iii B.C.), al., Schwyzer 323 A4 (v/iv B.C.), also [dialect] Aeol., v. infr. A. V ; Elean παρ ib.413.4: Prep. with gen., dat., and acc.:—
    A round about, all round (prop. different from ἀμφί, on both sides). (Cogn. with Skt. pári 'round about'.)
    A WITH GENITIVE,
    I of Place, sts. in Poets, round about, around,

    τετάνυστο π. σπείους ἡμερίς Od.5.68

    ;

    τείχη π. Δαρδανίας E. Tr. 818

    (lyr., s.v.l.);

    εἴλυμα π. χροός A.R.2.1129

    : rarely, like ἀμφί, on both sides, v. περιβαίνω 1 fin.
    2 about near,

    π. σοῦ πάντα γένοιτο ῥόδα IG14.2508

    ([place name] Nemausus).
    II to denote the object about or for which one does something:
    1 with Verbs of fighting or contending, π. τινός for an object—from the notion of the thing's lying in the middle to be fought about, π. τῶνδε for these prizes, Il.23.659 ;

    π. πτόλιος.. μαχήσεται 18.265

    ; π. Πατρόκλοιο θανόντος ib. 195, cf. 17.120;

    π. σεῖο 3.137

    ;

    π. νηὸς ἔχον πόνον 15.416

    ; ἀμύνεσθαι π. πάτρης, π. νηῶν, π. τέκνων, 12.243, 142, 170, etc.; δόλους καὶ μῆτιν ὕφαινον, ὥς τε π. ψυχῆς since it was for my life, Od.9.423 ;

    π. ψυχῆς θέον Ἕκτορος Il.22.161

    ;

    π. ψυχέων ἐμάχοντο Od.22.245

    ; in Prose, τρέχειν π. ἑωυτοῦ, π. τῆς ψυχῆς, Hdt.7.57,9.37;

    ἀγῶνας δραμέονται π. σφέων αὐτῶν Id.8.102

    ;

    νεναυμάχηκε τὴν π. τῶν κρεῶν Ar. Ra. 191

    ; <

    τὸν> π. τοῦ παντὸς δρόμον θέοντες Hdt.8.74

    ; κινδυνεύειν π. τινός ibid., etc.;

    οὐ π. τῶν ἴσων ὁ κίνδυνός ἐστι X.HG7.1.7

    ; and without a Verb,

    π. γῆς ὅρων διαφοραί Th.1.122

    ;

    π. πάντων ἀγαθῶν ὁ ἀγών X.Cyr. 3.3.44

    , cf. S.Aj. 936(lyr.), etc.;

    μάχη π. τινός Pl.Tht. 179d

    ;

    ἐπειγόμενοι π. νίκης Il.23.437

    , cf. 639, Hdt.8.26 ;

    πεῖραν θανάτου π. καὶ ζωᾶς ἀναβάλλεσθαι Pi.N.9.29

    ;

    π. θανάτου φεύγειν Antipho 5.95

    ; but ἐρίσσαι π. μύθων contend about speaking, i. e. who can speak best, Il.15.284 ;

    καὶ ἀθανάτοισιν ἐρίζεσκον π. τόξων Od.8.225

    , cf. 24.515.
    2 with words which denote care or anxiety, about, on account of,

    π. Τρώων.. μερμηρίζειν Il.20.17

    ;

    ἄχος π. τινός Od.21.249

    ;

    φόνου π. βουλεύειν 16.234

    ;

    φροντίζειν π. τινός Hdt.8.36

    , etc.;

    κήδεσθαι π. τ. S.Ph. 621

    ;

    δεδιέναι π. τ. Pl.Prt. 320a

    , etc.;

    ἀπολογεῖσθαι π. τ. X.Cyr.2.2.13

    ; κρίνειν, διαγιγνώσκειν π. τ., Pi.N.5.40, Antipho 5.96; π. τ. ψηφίζεσθαι, διαψηφίζεσθαι, ψῆφον φέρειν, IG12.57.42, X.HG2.3.50, Lycurg.11 ;

    βουλεύεσθαι π. τῆς κοινῆς σωτηρίας Isoc.5.69

    ;

    π. Μεθωναίων IG12.57.49

    ; διανοεῖσθαι, σκοπεῖν π. τινός, Pl.Phdr. 270d, Phd. 65e;

    μαντεύεσθαι π. τ. Hdt.8.36

    , cf. S.Tr.77 ; π. πότου γοῦν ἐστί σοι; so with you it is a question of drink? Ar.Eq.87, cf. Plu.2.43b.
    3 with Verbs of hearing, knowing, speaking, etc., about, concerning,

    π. νόστου ἄκουσα Od.19.270

    ;

    οἶδα γὰρ εὖ π. κείνου 17.563

    ;

    π. πομπῆς μνησόμεθα 7.191

    ;

    π. πατρὸς ἐρέσθαι 1.135

    , 3.77 ; π. τινὸς ἐρέειν, λέγειν, λόγον ποιήσασθαι, etc., Hdt. 1.5, S.OT 707, X.Cyr.1.6.13, etc.;

    λέγειν καὶ ἀκούειν π. ἑκάστου Th.4.22

    , etc.;

    λόγος π. τινός Pl.Prt. 347b

    , etc.;

    ἡ π. τινὸς φήμη Aeschin.1.48

    ; π. τινὸς ἀγγεῖλαι, κηρῦξαι, S.El. 1111, Ant. 193 ; π. τινὸς διελθεῖν, διεξελθεῖν, διηγεῖσθαι, Isoc.9.2, Pl.Plt. 274b, Euthphr.6c, etc.;

    παίζειν π. τινός X.Mem.1.3.8

    ;

    ἐμπειροτέρως ἔχειν π. τινός Aeschin.1.82

    ;

    νόμον γράψαι π. τινός X.HG2.3.52

    , etc.;

    νόμῳ χρῆσθαι π. τινός S.Ant. 214

    .
    4 of impulse or motive rather than object, ἐμαρνάσθην ἔριδος πέρι fought for very enmity, Il.7.301, cf. 16.476, 20.253.
    5 about, in regard to,

    μεμηνυμένος π. τινός Th.6.53

    ;

    οὕτως ἔσχε π. τοῦ πρήγματος τούτου Hdt.1.117

    ;

    τὰ π. τῶν Πλαταιῶν γεγενημένα Th.2.6

    ;

    τὸ π. τούτου γεγονός Plb.1.54.5

    : in Prose freq. without a Verb,

    ἡ π. τῶν Μαντινικῶν πρᾶξις Th.6.88

    ; τὰ π. τινός the circumstances of.., ib.32, 8.14,26, etc. (cf. infr. C. 1.5); οὕτω δὴ καὶ π. τῶν ἀρετῶν (sc. ἔχει) Pl.Men. 72c, cf. R. 534b, 551c, etc.; π. τοῦ καταλειφθῆναι τὸν σῖτον as for reserving the corn, PMich.Zen.28.5 (iii B.C.): without the Art., ἀριθμοῦ πέρι as to number, Hdt.7.102; χρηστηρίων δὲ πέρι .. Id.2.54.
    III before, above, beyond, of superiority, chiefly in [dialect] Ep.,

    π. πάντων ἔμμεναι ἄλλων Il.1.287

    ;

    π. δ' ἄλλων φασὶ γενέσθαι 4.375

    ;

    τετιμῆσθαι π. πάντων 9.38

    ;

    ὃν π. πάσης τῖεν ὁμηλικίης 5.325

    ;

    ὃν.. π. πάντων φίλατο παίδων 20.304

    ;

    π. πάντων ἴδριες ἀνδρῶν Od.7.108

    ;

    κρατερὸς π. πάντων Il.21.566

    , cf. 1.417, Od.11.216: in this sense freq. divided from its gen., π. φρένας ἔμμεναι ἄλλων in understanding to be beyond them, Il.17.171, cf. 1.258, Od.1.66 ;

    π. μὲν εἶδος, π. δ' ἔργα τέτυκτο τῶν ἄλλων Δαναῶν Il.17.279

    ;

    π. μὲν κρατέεις, π. δ' αἴσυλα ῥέζεις ἀνδρῶν 21.214

    ;

    π. δ' ἔγχει Ἀχαιῶν φέρτατός ἐσσι 7.289

    , cf. Pi.O.6.50, Theoc. 25.119.—In this sense π. is sts. adverbial, and the gen. is absent, v. infr. E. II.
    IV in Hdt. and [dialect] Att. Prose, to denote value, ἡμῖν π. πολλοῦ ἐστι it is of much consequence, worth much, to us, Hdt.1. 120, cf. Antipho 6.3 ; π. πολλοῦ ποιεῖσθαί τινας to reckon them for, i.e. worth, much, Hdt.1.73, X.Mem.2.3.10, etc.; π. πλείονος, π. πλείστου ποιεῖσθαι, Id.An.7.7.44, Cyr.7.5.60 ;

    π. πλείστου ἡγεῖσθαι Th.2.89

    ;

    π. παντὸς ποιεῖσθαι X.Cyr.1.4.1

    ; π. ἐλάττονος ἡγούμενοι, π. οὐδενὸς ἡγήσασθαι, Lys.2.71,31.31.
    V [dialect] Aeol. περί and περ = ὑπέρ, στροῦθοι περὶ γᾶς.. δίννεντες πτέρα Sapph.1.10; περ κεφάλας prob. in Alc.93, cf. 18 ;

    περρ ἁπαλῶ στύματός σε πεδέρχομαι Theoc.29.25

    ; also Hellenistic, ὃ διέγραψε Προῖτος περί μου paid on my behalf, PCair. Zen.790.23 (iii B. C.), cf. UPZ57.12 (ii B. C.).
    B WITH DATIVE (in [dialect] Att. Prose mostly in signf. 11, esp. in Th.),
    I of Place, round about, around, of close-fitting dresses, armour, etc.,

    ἔνδυνε π. στήθεσσι χιτῶνα Il.10.21

    ;

    χιτῶνα π. χροῒ δῦνεν Od.15.60

    ;

    δύσετο τεύχεα καλὰ π. χροΐ Il.13.241

    ;

    ἕσσαντο π. χροῒ χαλκόν Od.24.467

    ;

    κνημῖδας.. π. κνήμῃσιν ἔθηκε Il.11.17

    ;

    βεβλήκει τελαμῶνα π. στήθεσσι 12.401

    : in Prose,

    π. τῇσι κεφαλῇσι εἶχον τιάρας Hdt.7.61

    ;

    θώρακα π. τοῖς στέρνοις ἔχειν X.Cyr.1.2.13

    ; οἱ στρεπτοὶ οἱ π. τῇ δέρῃ καὶ τὰ ψέλια π. ταῖς χερσί ib.1.3.2. ;

    π. τῇ χειρὶ δακτύλιον ὄντα Pl.R. 359e

    , etc.;

    χαλκὸς ἔλαμπε π. στήθεσσι Il.13.245

    ;

    χιτῶνα π. στήθεσσι δαΐξαι 2.416

    ;

    πήληξ.. κονάβησε π. κροτάφοισι 15.648

    ; in other relations, π. δ' ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται will grow weary by grasping the spear, 2.389 ;

    δράκων ἑλισσόμενος π. χειῇ 22.95

    ;

    κνίση ἑλισσομένη π. καπνῷ 1.317

    ;

    π. σταχύεσσιν ἐέρση 23.598

    ;

    μάρναντο π. Σκαιῇσι πύλῃσιν 18.453

    : rarely in Trag.,

    π. βρέτει πλεχθείς A.Eu. 259

    (lyr.);

    κεῖται νεκρὸς π. νεκρῷ S.Ant. 1240

    .
    2 in Poets, also, around a weapon, i. e. spitted upon it, transfixed by it,

    π. δουρὶ πεπαρμένη Il.21.577

    ;

    ἐρεικόμενος π. δουρί 13.441

    ;

    κυλινδόμενος π. χαλκῷ 8.86

    ;

    π. δουρὶ ἤσπαιρε 13.570

    ;

    πεπτῶτα π. ξίφει S.Aj. 828

    ;

    αἷμα ἐρωήσει π. δουρί Il.1.303

    .
    3 of a warrior standing over a dead comrade so as to defend him,

    ἀμφὶ δ' ἄρ' αὐτῷ βαῖν', ὥς τις π. πόρτακι μήτηρ 17.4

    ; ἑστήκει, ὥς τίς τε λέων π. οἷσι τέκεσσι ib. 133 ; Αἴας π. Πατρόκλῳ.. βεβήκει ib. 137, cf. 355 ;

    π. σκύμνοισι βεβηκώς Ar.Eq. 1039

    .
    II of an object for or about which one struggles (cf. supr. A. 11.1),

    π. οἷσι μαχειόμενος κτεάτεσσι Od.17.471

    ;

    μαχήσασθαι π. δαιτί 2.245

    ;

    π. παιδὶ μάχης πόνος Il.16.568

    ;

    ἄνδρα π. ᾗ πατρίδι μαρνάμενον Tyrt.10.2

    ;

    π. τοῖς φιλτάτοις κυβεύειν Pl.Prt. 314a

    ;

    π. τῇ Σικελίᾳ ἔσται ὁ ἀγών Th.6.34

    codd.;

    κινδυνεύειν π. αὑτῷ Antipho 5.6

    .
    2 with Verbs denoting care, anxiety, or the opposite (cf. supr. A. 11.2),

    π. γὰρ δίε ποιμένι λαῶν, μή τι πάθοι Il.5.566

    ;

    ἔδεισεν δὲ π. ξανθῷ Μενελάῳ 10.240

    , cf. 11.557;

    δεδιότες π. τῷ χωρίῳ Th.1.60

    , cf. 74, 119, Ar.Eq.27;

    θαρρεῖν π. τῇ ἑαυτοῦ ψυχῇ Pl.Phd. 114d

    , cf. Tht. 148c;

    π. πλέγματι γαθεῖ Theoc.1.54

    .
    3 generally, of the cause or occasion, on account of, by reason of, ἀτύζεσθαι π. καπνῷ, v.l. for ὑπὸ καπνοῦ in Il.8.183;

    μὴ π. Μαρδονίῳ πταίσῃ ἡ Ἑλλάς Hdt.9.101

    ;

    π. σφίσιν αὐτοῖς πταῖσαι Th.6.33

    ;

    π. αὑτῷ σφαλῆναι Id.1.69

    : in Poets, π. δείματι for fear, Pi.P.5.58 ; π. τιμᾷ in honour or praise, ib.2.59; π. τάρβει, π. φόβῳ, A.Pers. 696 (lyr.), Ch.35(lyr.);

    π. χάρματι h.Cer. 429

    :—but π. θυμῷ is f.l. in Hdt.3.50.
    C WITH ACCUSATIVE,
    I of Place, prop. of the object round about which motion takes place, π. βόθρον ἐφοίτων came flocking round the pit, Od.11.42 ;

    π. νεκρὸν ἤλασαν ἵππους Il.23.13

    ;

    π. τέρματα ἵπποι τρωχῶσι 22.162

    ; ἄστυ πέρι.. διώκειν ib. 173, 230 ;

    ἐρύσας π. σῆμα 24.16

    , cf. 51, etc.;

    π. φρένας ἤλυθ' ἰωή 10.139

    ;

    π. φρένας ἤλυθε οἶνος Od.9.362

    : also of extension round, ἑστάμεναι π. τοῖχον, π. βωμόν, Il.18.374, Od.13.187, etc.;

    λέξασθαι π. ἄστυ Il.8.519

    ;

    μάρνασθαι π. ἄ. 6.256

    , etc.;

    φυλάσσοντας π. μῆλα 12.303

    ; οἳ π. Πηνειὸν.. ναίεσκον, π. Δωδώνην.. οἰκί' ἔθεντο, 2.757, 750;

    σειρήν κεν π. ῥίον Οὐλύμποιο δησαίμην 8.25

    , cf. Od.18.67: in Prose,

    ἰκριῶσαι π. τὼ ἀγάλματε IG12.371.22

    ;

    φυλακὰς δεῖ π. τὸ στρατόπεδον εἶναι X.An. 5.1.9

    ; π. τὴν κρήνην εὕδειν somewhere near it, Pl.Phdr. 259a, cf. X.Cyr. 1.2.9;

    εἶναι π. τὸν λαγώ Id.Cyn.4.4

    ; π. λίθον πεσών upon it, Ar.Ach. 1180; π. αὑτὰ καταρρεῖν collapse upon themselves, D.2.10;

    ταραχθεῖσαι [αἱ νῆες] π. ἀλλήλας Th.7.23

    ; πλεῦνες π. ἕνα many to one, Hdt.7.103 ; π. τὸν ἄρξαντα.. τὸ ἀδίκημά ἐστι is imputable to him who.., Antipho 4.4.2 : freq. with a Subst. only, ἡ π. Λέσβον ναυμαχία the sea-fight off Lesbos, X.HG2.3.32 ;

    οἱ π. τὴν Ἔφεσον Pl.Tht. 179e

    ;

    στρατηγοὶ π. Πελοπόννησον IG12.324.18

    : strengthd.,

    π. τ' ἀμφί τε τάφρον Il.17.760

    ;

    π. τ' ἀμφί τε κύματα Hes.Th. 848

    ; cf. ἀμφί c. 1.2.
    2 of persons who are about one,

    ἔχειν τινὰ π. αὑτόν X.HG5.3.22

    ; esp. οἱ π. τινά a person's attendants, connexions, associates, or colleagues,

    οἱ π. τὸν Πείσανδρον πρέσβεις Th.8.63

    ; οἱ π. Ἡράκλειτον his school, Pl.Cra. 440c, cf. X.An.1.5.8, etc.; οἱ π. Ἀρχίαν πολέμαρχοι Archias and his colleagues, Id.HG5.4.2, cf. An.2.4.2, etc.; οἱ π. τινά so-and-so and his family, PGrenf.1.21.16 (ii B.C.), etc.; later οἱ π. τινά, periphr. for the person himself, οἱ π. Φαβρίκιον Fabricius, Plu.Pyrrh.20, cf. Tim.13, IGRom.3.883.14 (Tarsus, ii/iii A.D.); cf. ἀμφί C. 1.3.
    3 of the object about which one is occupied or concerned, π. δόρπα πονεῖσθαι, π. δεῖπνον πένεσθαι, Il.24.444, Od.4.624 (but π. τεύχε' ἕπουσι, tmesis for περιέπουσι, Il.15.555); later mostly εἶναι π. τι, Th.7.31, X.HG2.2.4;

    γενέσθαι Isoc.3.12

    ; π. γυναῖκας γενέσθαι Vett. Val.17.20;

    ὄντων ἡμῶν π. ταύτην τὴν πραγματείαν D.48.6

    ;

    διατρῖψαι π. τὴν θήραν X.Cyr.1.2.11

    , etc.: less freq.

    ἔχειν π. τινάς Id.HG7.4.28

    , Gal.15.442; in periphr. phrases, οἱ π. τὴν ποίησιν καὶ τοὺς λόγους ὄντες poets and orators, Isoc.12.35 ;

    οἱ π. τὴν φιλοσοφίαν ὄντες Id.9.8

    ; οἱ π. τὴν μουσικήν ib.4 ; οἱ π. τὰς τελετάς ministers of the mysteries, Pl.Phd. 69c ; ὁ π. τὸν ἵππον the groom, X. Eq.6.3; cf. ἀμφί C. 1.6.
    4 round or about a place, and so in,

    π. νῆσον ἀλώμενοι Od.4.368

    , cf. 90;

    ἐμέμηκον π. σηκούς 9.439

    ; ἃν π. ψυχὰν γάθησεν in his heart, Pi.P.4.122 ;

    χρονίζειν π. Αἴγυπτον Hdt.3.61

    , cf. 7.131;

    εὕροι ἄν τις [βασιλείας] π. τοὺς βαρβάρους Pl.R. 544d

    , etc.; οἱ

    π. Φωκίδα τόποι Plb.5.24.12

    , etc.
    5 about, in the case of, τὰ π. τὴν Αἴγυπτον γεγονότα, τὰ π. Μίλητον γενόμενα, Hdt.3.13, 6.26 ;

    εὐσεβεῖν π. θεούς Pl.Smp. 193a

    ;

    ἀσεβεῖν π. ξένους X.Cyr.5.2.10

    ;

    ἁμαρτάνειν π. τινάς Id.An.3.2.20

    ;

    ἀνήρ ἐστιν ἀγαθὸς π. τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων IG12.59.10

    ;

    ἄνδρ' ἀγαθὸν ὄντα Μαραθῶνι π. τὴν πόλιν Ar.Ach. 696

    ;

    τοιαύτην γνώμην ἔχειν π. τὸν πατέρα Lys.10.21

    ;

    οὐδεμία συμφορὴ.. ἔσται.. π. οἶκον τὸν σόν Hdt.8.102

    ; ποιέειν or πράττειν τι π. τινά, Id.1.158, Pl.Grg. 507a;

    τὰ π. Πρηξάσπεα πρηχθέντα Hdt.3.76

    ;

    καινοτομεῖν π. τὰ θεῖα Pl. Euthphr.3b

    ;

    π. θεοὺς μὴ σωφρονεῖν X.Mem.1.1.20

    ; σπουδάζειν π. τινά promote his cause, Isoc.1.10: without a Verb,

    αἱ π. τοὺς παῖδας συμφοραί X.Cyr.7.2.20

    ;

    ἡ π. αὑτὸν ἐπιμέλεια Isoc.9.2

    ;

    ἡ π. ἡμᾶς ἡνιόχησις Pl.Phdr. 246b

    : generally, of all relations, about, concerning, in respect of,

    π. μὲν τοὺς ἰχθύας οὕτως ἔχει Hdt.2.93

    , cf. 8.86;

    πονηρὸν π. τὸ σῶμα Pl.Prt. 313d

    ;

    ἀκόλαστος π. ταῦτα Aeschin.1.42

    ; γελοῖος π. τὰς διατριβάς ib.126 ;

    ξυνηνέχθη θόρυβος π. τὸν Ἀστύοχον Th.8.84

    ; as to (cf. A. 11.5),

    π. τὸ παρὸν πάθος Pl.Tht. 179c

    , cf. Phd. 65a : freq. in place of an Adj., ὄργανα ὅσα π. γεωργίαν, i.e. γεωργικά, Id.R. 370d ;

    οἱ νόμοι οἱ π. τοὺς γάμους Id.Cri. 50d

    ;

    αἱ π. τὰ μαθήματα ἡδοναί Id.Phlb. 51e

    ; also in place of a gen., οἱ π. Αυσίαν λόγοι the speeches of L., Id.Phdr. 279a; ἡ π. Φίλιππον τυραννίς the despotism of P., X.HG5.4.2 ;

    ἀκρασίας τῆς π. τὸν θυμόν Arist.EN 1149b19

    : in Prose, to denote circumstances connected with any person or thing, τὰ π. Κῦρον, τὰ π. Ἑλένην, τὰ π. Βάττον, Hdt.1.95, 2.113, 4.154 ; τὰ π. τὸν Ἄθων the works at Mount Athos, Id.7.37; τὰ π. τὰς ναῦς naval affairs, Th.1.13; τὰ π. τὴν ναυμαχίαν (v.l. for τῆς ναυμαχίας ) the events of.., Id.8.63;

    τὰ π. τὸν πόλεμον Pl.R. 468a

    ;

    τὰ π. τὸ σῶμα Id.Phdr. 246d

    ;

    τὰ π. τοὺς θεούς X.Cyr.8.1.23

    , etc.; cf. ἀμφί c.1.4.
    II of Time, π. λύχνων ἁφάς about the time of lamp-lighting, Hdt.7.215; π. μέσας νύκτας about midnight, X.An.1.7.1; π. πλήθουσαν ἀγοράν ib.2.1.7; π. ἡλίου δυσμάς ib.6.5.32 ;

    π. τούτους τοὺς χρόνους Th.3.89

    , etc.
    2 of round numbers, π. ἑβδομήκοντα about seventy, Id.1.54;

    π. ἑπτακοσίους X.HG2.4.5

    , etc.
    D Position: π. may follow its Subst., when it suffers anastrophe,

    ἄστυ πέρι Il.22.173

    ;

    ἔριδος πέρι 16.476

    : most freq. with gen.,

    τοῦδε πράγματος πέρι A.Eu. 630

    ;

    τῶνδε βουλεύειν πέρι Id.Th. 248

    , etc. (S. only once uses it before its gen., Aj. 150 (anap.)): in Prose,

    σφέων αὐτῶν πέρι Hdt.8.36

    ;

    σοφίας πέρι Pl.Phlb. 49a

    ;

    δικαίων τε πέρι καὶ ἀδίκων Id.Grg. 455a

    , etc.;

    γραμμάτων εἴπομεν ὡς οὐχ ἱκανῶς ἔχεις πέρι Id.Lg. 809e

    , cf. Ap. 19c.
    E περί abs., as ADV., around, about, also, near, by, freq. in Hom.,

    γέλασσε δὲ πᾶσα π. χθών Il.19.362

    , al.: strengthd.,

    περί τ' ἀμφί τε κάλλος ἄητο

    round about,

    h.Cer.276

    , cf. Call.Hec.1.1.13.
    2 π. does not suffer anastrophe in the [dialect] Ep. phrase π. κῆρι right heartily,

    π. κῆρι φίλησε Il.13.430

    , etc. ( κῆρι φιλεῖν alone, 9.117);

    ἀπέχθωνται π. κῆρι 4.53

    ; π. κῆρι τιέσκετο ib.46, cf. Od.5.36, 7.69;

    π. κῆρι.. ἐχολώθη Il.13.206

    ; also

    π. φρεσὶν ἄσπετος ἀλκή 16.157

    ;

    π. φρεσὶν αἴσιμα ᾔδη Od.14.433

    ;

    ἀλύσσοντες π. θυμῷ Il.22.70

    , cf. Od.14.146;

    π. σθένεϊ Il.17.22

    .
    4 περὶ κάτω bottom upwards,

    δῖνος π. κάτω τετραμμένος Stratt.34

    , cf. Phot.;

    τὴν κόγχην στρέψας π. τὰ κάτω Ael.NA9.34

    .
    F IN COMPOS. all its chief senses recur, esp.
    I extension in all directions as from a centre, all round, as in περιβάλλω, περιβλέπω, περιέχω.
    II completion of an orbit and return to the same point, about, as in περιάγω, περιβαίνω, περίειμι ( εἶμι ibo), περιέρχομαι, περιστρέφω.
    III a going over or beyond, above, before, as in περιβαίνω III, περιβάλλω v, περιγίγνομαι, περιεργάζομαι, περιτοξεύω.
    IV generally, a strengthening of the simple notion, beyond measure, very, exceedingly, as in περικαλλής, περίκηλος, περιδείδω, like Lat. per-.
    V the notion of double-ness which belongs to ἀμφί is found in only one poetic compd., περιδέξιος (q.v.).
    G PROSODY: περί never suffers elision in Il. or Od. (

    περ' ἰγνύσι h.Merc. 152

    ); once in Hes.,

    περίαχε Th. 678

    (cf. Q.S.3.601, 11.382), v. ἰάχω fin.;

    περ' ἰγνύῃσι Theoc.25.242

    ;

    περ' Ἠδάλιον Inscr.Cypr. 135.27

    H.; also in Pi.,

    περάπτων P.3.52

    ;

    περόδοις N.11.40

    ;

    περιδαῖος Fr. 154

    ;

    περ' αὐτᾶς P.4.265

    ;

    ταύτας περ' ἀτλάτου πάθας O.6.38

    : not in Trag. (περεβάλοντο, περεσκήνωσεν are ff. ll. in A.Ag. 1147, Eu. 634); in Com. and codd. of Prose writers only in part. of περίειμι ( εἶμι ibo) (q. v.):—π. stands before a word beginning with a vowel in Com., περὶ Ἀθηνῶν, περὶ ἐμοῦ, Ar.Eq. 1005 sq.:—[dialect] Aeol. περρ metri gr., v. A. 5.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > περί

  • 9 τριχῆ

    τρῐχῆ, Adv., common Prose form of
    A

    τρίχα, τριχῇ δασάμενος τὴν πόλιν Hdt.3.39

    (though he also uses τρίχα, q. v.);

    τ. διείλοντο τὰς βασιλείας Isoc.6.21

    , cf. Pl.Phdr. 253c, Str.17.3.1; τ. διαστήσασθαι τῷ λόγῳ πόλιν, διανεῖμαι τὸ στράτευμα, Pl.R. 564c, Lg. 683d;

    τοὺς τοξότας τ. ἐποιήσαντο X.An.4.8.15

    ;

    νενεμημένων τῶν ἀγαθῶν τ. Arist. EN 1098b13

    .
    II in three ways, triply, Pl.Cri. 51e, Arr.Tact. 23.1; τ. διαστατός of three dimensions, S.E.P.2.30, Plot.6.1.26, cf. 2.1.6.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > τριχῆ

  • 10 ἀκίνητος

    ἀκίν-ητος, ον, also η, ον Pi.O.9.33, IG14.1389ii 14:—
    A unmoved, motionless, Parm.8, Emp.17, etc.; of Delos, Orac. ap. Hdt.6.98, cf. Pi.P.4.57; ἐξ ἀκινήτου ποδός without stirring a step, S.Tr. 875;

    τὰς κινήσεις ἀκίνητος Pl.Ti. 40b

    ;

    τὸ πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον αὐτό Arist.Metaph. 1012b31

    ; ὕλη ἀ. Stoic. ap. Plu.2.1054a; ἄστρα ἀ. fixed stars, Poll.4.156.
    2 idle, sluggish, ἐπ' ἀκινήτοισι καθίζειν to sit in idleness, Hes.Op. 750 (where others, to sit on graves, v. infr. 11.2); ἀ. φρένες a sluggish soul, Ar.Ra. 899; of the Boeotians, Alex.237; χώρα ἀ. untilled, Plu.2.38c.
    3 unmoved, unaltered,

    ἀ. νόμιμα Th.1.71

    , etc.; τοὺς νόμους ἐᾶν ἀ. Arist. Pol. 1269a9, cf. Pl.Lg. 736d, cf. X.Lac.14.1.
    II immovable, hard to move, Pl.Sph. 249a, Luc.Im.1 (in [comp] Comp.). Adv.

    -τως, ἔχειν Isoc.13.12

    , cf. Pl.Euthphr. 11d.
    b of property, realty, Olymp. Hist.p.458 D., Cod.Just.1.11.10.1, al.
    2 not to be stirred, inviolate,

    τάφος Hdt.1.187

    : esp. prov. of sacred things,

    κινεῖν τὰ ἀκίνητα Id.6.134

    , cf. Pl.Tht. 181a:—hence, that must be kept secret,

    τἀκίνητ' ἔπη S.OC 624

    ;

    τἀκίνητα φράσαι Id.Ant. 1060

    .
    3 of persons, etc., not to be shaken, steadfast, ib. 1027;

    νοῦς ἀκίνητος πειθοῖ Pl.Ti. 51e

    ;

    ἕξις ἀ. ὑπὸ φόβου Id.Def. 412a

    ;

    πρὸς τὸ θεῖον Plu.2.165b

    .
    5 c. gen., inseparable from, PMag.Berol.1.80,165.
    III Adv. - τως, v. supr. 11.1.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἀκίνητος

  • 11 Foster-parents

    subs.
    P. and V. τροφῆς, οἱ (Plat., Crit. 51E).

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Foster-parents

  • 12 συκάμινος

    συκάμινος, ου, ἡ (Theophr.; Phaenias in Athen. 2, 51e; Diod S 1, 34, 8; Strabo 17, 2, 4; Diosc. 1, 23; ins fr. Sinuri [ed. LRobert ’45] no. 47a, 13; BGU 492, 7; 9; PTebt 343, 86 al. In LXX for שִׁקְמָה, the sycamore.—HLewy, Die semit. Fremdwörter bei den Griechen 1895, 23) the mulberry tree, which is evidently differentiated fr. the sycamore (s. συκομορέα; Zohary, Geobot. II 633, Plants 71: morus nigra) in Lk 17:6 (cp. 19:4), as well as in the ancient versions.—On the two kinds of trees, and on the question whether Lk may not have differentiated betw. them, s. Löw (s. συκῆ; here also SKlein) I 266–74.—RAC VII 683f, 686. DELG s.v. συκάμινον. M-M.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > συκάμινος

См. также в других словарях:

  • 51e Régiment d’Infanterie de ligne — 51e régiment d infanterie de ligne Le 51e Régiment d’Infanterie de ligne est une unité de l’armée de terre française, créée sous le nom de régiment de la Sarre sous le règne de Louis XIV. Il a notamment participé à la défense de la Nouvelle… …   Wikipédia en Français

  • 51e regiment d'infanterie de ligne — 51e régiment d infanterie de ligne Le 51e Régiment d’Infanterie de ligne est une unité de l’armée de terre française, créée sous le nom de régiment de la Sarre sous le règne de Louis XIV. Il a notamment participé à la défense de la Nouvelle… …   Wikipédia en Français

  • 51e régiment d'infanterie — de ligne Le 51e Régiment d’Infanterie de ligne est une unité de l’armée de terre française, créée sous le nom de régiment de la Sarre sous le règne de Louis XIV. Il a notamment participé à la défense de la Nouvelle France durant la guerre de Sept …   Wikipédia en Français

  • 51e régiment d'infanterie (France) — 51e régiment d infanterie de ligne Le 51e Régiment d’Infanterie de ligne est une unité de l’armée de terre française, créée sous le nom de régiment de la Sarre sous le règne de Louis XIV. Il a notamment participé à la défense de la Nouvelle… …   Wikipédia en Français

  • 51e régiment d'infanterie de ligne. — Le 51e Régiment d’Infanterie de ligne est une unité de l’armée de terre française, créée sous le nom de régiment de la Sarre sous le règne de Louis XIV. Il a notamment participé à la défense de la Nouvelle France durant la guerre de Sept Ans. 51e …   Wikipédia en Français

  • 51e régiment d’infanterie de ligne — 51e régiment d infanterie de ligne Le 51e Régiment d’Infanterie de ligne est une unité de l’armée de terre française, créée sous le nom de régiment de la Sarre sous le règne de Louis XIV. Il a notamment participé à la défense de la Nouvelle… …   Wikipédia en Français

  • 51e bataillon de chasseurs alpins — Période 1914 – 1919 Pays  France Branche Armée de terre Type Bataillon de chasseurs a …   Wikipédia en Français

  • 51e Etat — 51e État  Pour le film britannique, voir Le 51e État. Drapeau américain imaginaire possédant 51 étoiles conçu dans l éventualité où un 51e État rej …   Wikipédia en Français

  • 51e division d'infanterie (France) — 51e Division d’Infanterie Pays  France Branche Armée de Terre Type Division Rôle Infanterie Guerres …   Wikipédia en Français

  • 51e division d'infanterie — (France) La 51e division d’infanterie (51e DI) est une unité de l’armée française, constituée pour la première fois lors de la Première Guerre mondiale. Sommaire 1 Chefs de corps de la 51e division d’infanterie 2 La Première Guerre mondiale …   Wikipédia en Français

  • 51e regiment de transmissions — 51e régiment de transmissions 51e Régiment de Transmissions Période 1942 – 1997 Pays  France Branche Armée de Terre Type Régiment de Transmissions Rôle …   Wikipédia en Français

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»