Перевод: со всех языков на все языки

со всех языков на все языки

πόλινδε

См. также в других словарях:

  • πόλινδε — into indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόλινδε — Α επίρρ. στην πόλη ή προς την πόλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αιτ. πόλιν τού πόλις + επιρρμ. κατάλ. δε (πρβλ. πολεμόν δε)] …   Dictionary of Greek

  • πόλινδ' — πόλινδε , πόλινδε into indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόλη — Αστικός συνοικισμός, ο οποίος αποτελείται από ένα σύμπλεγμα δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, τα οποία χωρίζονται ή συνδέονται μεταξύ τους με δρόμους, πάρκα και πλατείες, και που κατοικείται μόνιμα από σημαντικό αριθμό ανθρώπων –που επιδίδονται σε… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»