Перевод: с греческого на все языки

ᾑδος

См. также в других словарях:

  • ήδος — ἦδος, εος, δωρ. τ. ἆδος, τό (Α) 1. ηδονή, ευφροσύνη, ευχαρίστηση, απόλαυση («ἀλλά τί μοι τῶν ἦδος;» και ποιά ευχαρίστηση έχω από αυτά; Ομ. Ιλ.) 2. ξίδι, όξος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ήδος με τη σημ. «ηδονή, απόλαυση» < ήδομαι, με ομηρική ψίλωση (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • ἦδος — delight neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχοινής — ῇδος, ἡ, Α [σχοῑνος] προσωνυμία τής Αφροδίτης …   Dictionary of Greek

  • ἤδει — ἤ̱δει , ἦδος delight neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἤ̱δεϊ , ἦδος delight neut dat sg (epic ionic) ἤ̱δει , ἦδος delight neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤδη — already indeclform (adverb) ἤ̱δη , ἦδος delight neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἤ̱δη , ἦδος delight neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • su̯ād- —     su̯ād     English meaning: sweet     Deutsche Übersetzung: ‘sũß; an etwas Geschmack, Freude finden”     Material: 1. su̯üdu s ‘sweet”: O.Ind. svüdu , f. svüdvī ‘sweet, mellifluous”; Gk. ἡδύς, f. εῖα (* εFια), ύ, Dor. ἁδύς ‘sweet”; with… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • Algedonische Schleife — Der Begriff algedonische Schleife wurde von Stafford Beer eingeführt, um das Feedback zu beschreiben, das ein Organismus, eine Organisation oder eine Maschine von der Umwelt erhält. Das Wort algedonisch kommt aus dem Griechischen von αλγος,… …   Deutsch Wikipedia

  • Модель жизнеспособной системы — Для улучшения этой статьи желательно?: Проставив сноски, внести более точные указания на источники. Викифицировать статью. Исправить статью согласно стилистическим правилам В …   Википедия

  • ACETUM — praecipui olim in condimentis usus, inde ἧδος per excellentiam Graecis dictum: nec Silphii minor commendatio. Unde ὄξος et σίλφιον iungit Aristophanes in Avibus. Α᾿λλ᾿ ὑπιχνῶσιν, τυρον`, ἔλαιον, Σίλφιον, ὀξος καὶ τρίψαντες Κατάχυςμ᾿ ἕτερον. Et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ερεχθηίς — Ἐρεχθηΐς, ίδος και συνηρ. Ἐρεχθῇς, ῇδος, ἡ (Α) ως επίθ. 1. αυτή που ανήκει ή είναι αφιερωμένη στον Ερεχθέα ή ονομάστηκε προς τιμή τού Ερεχθέα («θάλασσα Ἐρεχθηίς» κρήνη στην αρχαία Αθήνα μέσα στον ναό τού Ερεχθέα, που το αλμυρό νερό της ερχόταν… …   Dictionary of Greek

  • ήδομαι — ἥδομαι, δωρ. τ. ἅδομαι, αιολ. τ. ἄδομαι (Α) 1. (με μτχ.) ευχαριστούμαι, ευφραίνομαι, αισθάνομαι τέρψη («ἥσθη ἀκούσας» με ευχαρίστηση άκουσε, Ηρόδ.) 2. (με αιτ. και μτχ.) χαίρομαι («ἥσθην πατέρα τὸν ἀμὸν εὐλογοῡντά σε» με χαρά σε άκουσα να… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»