Перевод: со всех языков на все языки

со всех языков на все языки

ἰάτρευσις

См. также в других словарях:

  • ιάτρευσις — ἰάτρευσις, εύσεως, ἡ (Α) [ιατρεύω] η γιατρειά, η θεραπεία …   Dictionary of Greek

  • ἰάτρευσις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰατρεύσει — ἰάτρευσις fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἰατρεύσεϊ , ἰάτρευσις fem dat sg (epic) ἰάτρευσις fem dat sg (attic ionic) ἰᾱτρεύσει , ἰατρεύω treat medically aor subj act 3rd sg (epic) ἰᾱτρεύσει , ἰατρεύω treat medically fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰατρεύσεις — ἰάτρευσις fem nom/voc pl (attic epic) ἰάτρευσις fem nom/acc pl (attic) ἰᾱτρεύσεις , ἰατρεύω treat medically aor subj act 2nd sg (epic) ἰᾱτρεύσεις , ἰατρεύω treat medically fut ind act 2nd sg ἰ̱ατρεύσεις , ἰατρεύω treat medically futperf ind act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰατρεύση — ἰάτρευσις fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰάτρευσιν — ἰάτρευσις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰατρεύσεως — ἰατρεύσεω̆ς , ἰάτρευσις fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰατρεύσῃ — ἰατρεύσηι , ἰάτρευσις fem dat sg (epic) ἰᾱτρεύσῃ , ἰατρεύω treat medically aor subj mid 2nd sg ἰᾱτρεύσῃ , ἰατρεύω treat medically aor subj act 3rd sg ἰᾱτρεύσῃ , ἰατρεύω treat medically fut ind mid 2nd sg ἰ̱ατρεύσῃ , ἰατρεύω treat medically… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»