Перевод: с греческого на все языки

ἀδινός

См. также в других словарях:

  • αδινός — ἁδινός και ἁδινός, ή, όν (Α) [ἀδήν] 1. πυκνός, αθρόος, υπερπλήρης, άφθονος, συμπυκνωμένος, συμπιεσμένος 2. έντονος, ισχυρός, ηχηρός, βαθύς, βροντώδης …   Dictionary of Greek

  • ἁδινός — close masc nom sg ἀδινός masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδινός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁδινά — ἁδινός close neut nom/voc/acc pl ἁδινά̱ , ἁδινός close fem nom/voc/acc dual ἁδινά̱ , ἁδινός close fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀδινός neut nom/voc/acc pl ἁδινά̱ , ἀδινός fem nom/voc/acc dual ἁδινά̱ , ἀδινός fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁδινώτερον — ἁδινός close adverbial comp ἁδινός close masc acc comp sg ἁδινός close neut nom/voc/acc comp sg ἀδινός adverbial comp ἀδινός masc acc comp sg ἀδινός neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁδινόν — ἁδινός close masc acc sg ἁδινός close neut nom/voc/acc sg ἀδινός masc acc sg ἀδινός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδινά — ἀδινός neut nom/voc/acc pl ἀδινά̱ , ἀδινός fem nom/voc/acc dual ἀδινά̱ , ἀδινός fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδινώτερον — ἀδινός adverbial comp ἀδινός masc acc comp sg ἀδινός neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδινῶν — ἀδινός fem gen pl ἀδινός masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδινόν — ἀδινός masc acc sg ἀδινός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁδιναί — ἁδινός close fem nom/voc pl ἀδινός fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»