Перевод: с русского на греческий

с греческого на русский

σώζομαι

  • 1 спастись

    σώζομαι, γλιτώνω

    Русско-греческий словарь > спастись

  • 2 остаться

    остаться β рази. знач. μένω; \остаться дома μένω σπίτι· до отхода поезда осталось десять минут μένουν δέκα λεπτά για να φύγει το τρένο; \остаться в живых επιζώ; σώζομαι
    * * *
    в разн. знач.

    оста́ться до́ма — μένω σπίτι

    до отхо́да по́езда оста́лось де́сять мину́т — μένουν δέκα λεπτά για να φύγει το τρένο

    оста́ться в живы́х — επιζώ; σώζομαι

    Русско-греческий словарь > остаться

  • 3 спасти

    спасу, спасшь, παρλθ. χρ. спас, -ла, -ло, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. спаснный, βρ: -сн, -сена, -сено
    ρ.σ.μ.
    σώζω, γλυτώνω, λυτρώνω•

    спасти жизнь σώζω τη ζωή•

    спасти честь σώζω την τιμή•

    спасти от гибели σώζω αποτην κα-καταστροφή•

    спасти положение σώζω την κατάσταση.

    || απαλλάσσω•

    спасти от комаров γλυτώνω από τα κουνούπια.

    σώζομαι, λυτρώνομαι, γλιτώνω•

    спасти от гибели σώζομαι από την καταστροφή.

    || απαλλάσσομαι•

    спасти от мух γλυτώνω από τις μύγες.

    Большой русско-греческий словарь > спасти

  • 4 избавить

    избавить, избавлять απαλλάσσω, ελευθερώνω, γλιτώνω σώζω (спасти) \избавиться απαλλάσσομαι γλιτώνω, σώζομαι (спастись)
    * * *
    = избавлять
    απαλλάσσω, ελευθερώνω, γλιτώνω; σώζω ( спасти)

    Русско-греческий словарь > избавить

  • 5 избавиться

    = избавляться
    απαλλάσσομαι; γλιτώνω, σώζομαι ( спастись)

    Русско-греческий словарь > избавиться

  • 6 спасти

    спасти σώζω, γλιτώνω \спастись σώζομαι, γλιτώνω
    * * *
    σώζω, γλιτώνω

    Русско-греческий словарь > спасти

  • 7 сохраняться

    сохранять||ся
    διατη· ρούμαι, (δια)φυλάγομαι, κρατιέμαι, μένω/ (δια)σώζομαι (сберечься, уцелеть).

    Русско-новогреческий словарь > сохраняться

  • 8 спас^ться

    спас||^ться
    (δια)σώζομαι·.

    Русско-новогреческий словарь > спас^ться

  • 9 спасаться

    [σπασάτσα] ρ. σώζομαι

    Русско-греческий новый словарь > спасаться

  • 10 спасаться

    [σπασάτσα] ρ σώζομαι

    Русско-эллинский словарь > спасаться

  • 11 бегство

    ουδ.
    1. φυγή, φευγιό, το φεύγα•

    обратиться в бегство τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια, στο φεύγα.

    2. απόδραση, δραπέτευση•

    -из тюрьмы απόδραση από τη φυλακή•

    спастись -ом σώζομαι με τη φυγή.

    Большой русско-греческий словарь > бегство

  • 12 бежать

    бегу, бежишь, бегут, ρ.δ.,
    1. τρέχω•

    лошадь -ла рысью το άλογο έτρεχε τροχ.

    2. κινούμαι γρήγορα•

    секундная стрелка -ит ο λεπτοδείχτης τρέχει•

    облака бегут τα σύννεφα κινούνται γρήγορα.

    || χύνομαι, ρέω•

    вода -ит из крана το νερό τρέχει από την κάνουλα.

    || κυκλοφορώ•

    кровь бежит по жилам το αίμα ρέει στις φλέβες.

    3. περνώ, διαβαίνω, παρέρχομαι•

    время -ит незаметно, ο καιρός περνά χωρίο να το κατάλαβαίνόμε•

    годы -ут τα χρόνια περνούν.

    4. εκτείνομαι (για οδό, μονοπάτι κ.τ.τ.).
    5. φεύγω, το σκάζω, σώζομαι με τη φυγή• υποχωρώ εσπευσμένα. || φεύγω κρυφά, δραπετεύω. || αποφεύγω.

    Большой русско-греческий словарь > бежать

  • 13 держать

    держу, держишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. держанный, βρ: -жан, -а, -о ρ.δ.μ.
    1. κρατώ, βαστώ•

    держать зонтик κρατώ την ομπρέλα.

    || εμποδίζω•

    кто меня -ит? ποιος με κρατάει;

    μτφ. δεν αφήνω να μου ξεφύγει•

    -йте вора! πιάστε τον κλέφτη!•

    держать а повиновении κρατώ σε υποταγή•

    держать собаку в цепи έχω δεμένο το σκυλί με αλυσίδα.

    || μτφ. διατηρώ, διαφυλάσσω.
    2. υποβαστάζω•

    балкон -ат четыре коллоны το μπαλκόνι το κρατούν τέσσερις κολλόνες.

    || συγκρατώ, παρεμποδίζω. || κατέχω.
    3. βάζω (θέτω) υπο κράτηση•

    держать в плену κρατώ σε αιχμαλωσία•

    держать под стражей κρατώ υπο φρούρηση.

    4. κρατώ σε•

    держать город в осадном положении κρατώ την πόλη σε κατάσταση πολιορκίας• — в неведении κρατώ σε άγνοια.

    || παλ. συμπέριφέρνομαι.
    5. αφήνω•

    держать окна откритими αφήνω τα παράθυρα ανοιχτά•

    держать глаза опущенными κρατώ τα μάτια χαμηλωμένα.

    6. φυλάσσω, διαφυλάσσω• έχω•

    держать деньги в сберкассе φυλάσσω τα χρήματα στο ταμιευτήριο.

    7. έχω, διατηρώ, διατρέφω•

    держать домашную птицу κρατώ οικόσιτα πουλερικά.

    || κατέχω, είμαι κάτοχος, διατηρώ•

    гостиницу κρατώ ξενοδοχείο.

    8. κατευθύνομαι•

    -и вправо! τράβα όλο δεξιά!

    εκφρ.
    –и кармам (шире)απλ. ειρν. κάνε όρεξη, περίμενε...
    держать курс ή путь – παίρνω κατεύθυνση προς•
    держать себя – φέρνομαι, αυμπεριφέρνομαι•(своё) слово κρατώ το λόγο (μου)•
    держать сторону чью ή руку – παίρνω το μέρος κάποιου•
    держать в уме ή в голове, в мыслях – κρατώ στό μυαλό, στό κεφάλι, στη σκέψη (θυμούμαι)•
    держать себя в руках – συγκρατιέμαι•
    держать кого в руках – συγκρατώ κάποιον•
    держать при себе – κρατώ μέσα μου (δεν εκδηλώνω)•
    ноги не -ат – δεν κρατιέμαι στα πόδια (από κούραση ή αδυναμία)•
    держать пост – κρατώ σαρακοστή, νηστεία•
    держать экзамены – δίνω εξετάσεις•
    никто вас не -ит – κανένας δεν σας κρατάει, ο δρόμος είναι ανοιχτός•
    держать речь – βγάζω λόγο, αγορεύω•
    держать ответ – απαντώ, δίνω απάντηση•
    держать в тайне ή в секрете – κρατώ μυστικό•
    держать обещание – κρατώ (τηρώ) την υπόσχεση.
    1. κρατιέμαι, βαστιέμαι•

    я -усь за вас, чтобы не упасть κρατιέμαι από σας, για να μήπέσω.

    2. υποβαστάζομαι, στηρίζομαι•

    мост –ится на пяти быках η γέφυρα στηρίζεται σε πέντε στύλους.

    || μτφ. υποστηρίζομαι, βασίζομαι.
    3. στέκομαι•

    он с трудом -лся на ногах με δυσκολία κρατιόνταν στα πόδια.

    || φέρομαι, συμπεριφέρομαι•

    он -ится очень скромно αυτός φέρεται πολύ ταπεινά.

    4. держать διατηρούμαι, σώζομαι•

    эта краска долго -ится αυτή η μπογιά κρατάει πολύ καιρό•

    ветхий дом ещё -ится^то παλιόαπιτο ακόμα κρατιέται.

    5. (στρατ.) αντιστέκομαι•

    крепость долго -лась το φρούριο κρατούσε πολύ καιρό.

    6. έχω κατεύθυνση•

    правой стороны κατευθύνομαι δεξιά.

    7. ακολουθώ, παραδέχομαι, είμαι υπέρ•

    держать строгих правил είμαι υπέρ των αυστηρών κανόνων (ηθών)•, либеральных взглядов ακολουθώ φιλερεύθερες ιδέες.

    || εμμένω, δε.ν παρεκκλίνω•

    держать прежнего мнения κρατώ τη γνώμη που είχα•

    держать намеченной цели δεν παρεκκλίνω από τον καθορισμένο σκοπό.

    8. φυλάσσομαι, διαφυλάσσομαι.
    9. διατηρούμαι.
    10. συγκρατιέμαι•

    она долго -лась, но наконец расплакалась αυτή πολύ κρατήθηκε, όμως τελικά ξέσπασε σε κλάματα.

    εκφρ.
    только -йсь! – μόνο κρατήσου! (για δύσκολη κατάσταση)•
    держать вместе – ενεργώ από κοινού•
    держать особняком – απέχω, αποτραβιέμαι, ζω κατά μόνας, μόνος.

    Большой русско-греческий словарь > держать

  • 14 исцелить

    ρ.σ.μ., παθ. μτχ. παρλθ. χρ. исцелённый, βρ: -лён, -лени, -лено
    (γραπ. λόγος) θεραπεύω, γιατρεύω, σώζω, λυτρώνω.
    θεραπεύομαι, σώζομαι, λυτρώνομαι.

    Большой русско-греческий словарь > исцелить

  • 15 уйти

    уйду, уйдшь, παρλθ. χρ. ушл, ушла, ушло, μτχ. παρλθ. χρ. ушедший,
    επιρ. μτχ. уйдя κ. (απλ.) ушедши ρ.σ.
    1. φεύγω, αναχωρώ• απέρχομαι•

    гости ушли οι φιλοξενούμενοι έφυγαν•

    брат ушл вчера ο αδερφός έφυγε χτες•

    завтра уйдёт сестра αύριο θα φύγει η αδερφή.

    || πηγαίνω•

    все ушли на работу όλοι έφυγαν για τη δουλειά•

    отец ушл на охоту ο πατέρας πήγε στο κυνήγι•

    уйти на вслах πηγαίνω με τα κουπιά (κωπηλατώντας).

    2. δραπετεύω, το σκάζω• αποδιδράσκω•

    уйти из тюрьмы δραπετεύω από τη φυλακή.

    || εγκαταλείπω, αφήνω•

    она ушла от него αυτή τον παράτησε•

    он ушл с института αυτός παράτησε το ινστιτούτο•

    уйти со сцены εγκαταλείπω τη σκηνή.

    || μτφ. απαλλάσσομαι, γλυτώνω, σώζομαι• ξεφεύγω•

    он хитрый уйти не уйдшь от его капкана αυτός είναι πονηρός, δε θα ξεφύγεις από την παγίδα του.

    3. περιέρχομαι, πηγαίνω, περνώ•

    отец ушл на пенсию ο πατέρας πέρασε στη σύνταξη•

    -в отпуск πηγαίνω σε άδεια (παίρνω άδεια)•

    уйти в запас περνώ στην εφεδρεία.

    4. διαβαίνω, περνώ, παρέρχομαι•

    годы ушли τα χρόνια πέρασαν•

    время прошло ο καιρός πέρασε.

    5. χάνομαι, εξαφανίζομαι•

    богач пропал, вместе с ним ушло и-его счастье ο πλούσιος πέθανε, μαζί του πάει και η ευτυχία του.

    || πεθαίνω•

    ушедшего никогда не забудем τον πεθαμένο (απελθόντα) ποτέ δε θα τον ξεχάσομε.

    6. ξοδεύομαι, δαπανώμαι•

    за этот месяц ушло много денег αυτόν το μήνα έφυγαν πολλά χρήματα.

    || χρειάζομαι, απαιτούμαι•

    целый день уйдёт за это дело ολόκληρη μέρα θα φύγει (θα πάει) γι αυτήν την υπόθεση.

    7. (για υγρά) χύνομαι ξεχειλίζω•

    молоко ушло το γάλαχύθηκε (βράζοντας).

    8. προπορεύομαι, προτρέχω• προηγούμαι. || (για ωρολόγια)• πηγαίνωμπροστά.
    9. βλ. вместиться.
    10. βυθίζομαι, χώνομαι, μπαίνω, μπήγομαι• εισδύω•

    свая ушла глубоко в землю ο πάσσαλος μπήκε βαθιά στη γη.

    11. επιδίδομαι, αφοσιώνομαι•

    ученик ушёл в книги ο μαθητής τό ρίξε στα βιβλία (στημελέτη).

    12. μετατρέπομαι, μετασχηματίζομαι, γίνομαι.
    εκφρ.
    уйти вперд – ξεπερνώ, υπερτερώ, υπερβάλλω• υπερέχω•
    уйти из жизни (в могилу, к проотцам) – φεύγω από τη ζωή, αποβιώνω, κατεβαίνω στον τάφο, πάω στον άλλο κόσμο•
    уйти на дно – βυθίζομαι, πηγαίνω στον πάτο (πνίγομαι)•
    далеко уйти – προπορεύομαι πολύ, πηγαίνω πολύ μπροστά•
    недалеко уйти – δεν ξεπερνώ πολύ κάποιον•
    почва или земля ушла из-под ног – το έδαφος έφυγε κάτω από τα πόδια•
    уйти в себя – α) αφοσιώνομαι (δεν παρατηρώ τίποτε γύρω μου), β) κλείνομαι στο καβούκι.

    Большой русско-греческий словарь > уйти

  • 16 упасти

    упасу, упасшь, παρλθ. χρ. упас, -ла, -ло, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. упасенный, βρ: -сн, -сена, -сено
    ρ.σ.μ.
    (παλ. κ. απλ.) σώζω, γλυτώνω• φυλάγω•

    от беды не -сёшь από τη δυστυχία δε θα αποφύγεις.

    εκφρ.
    -си Бог (ή Боже, Господи, Господь) ή Боже -сиπαλ. Θεός φυλάξει, φύλαγε ή σώσε Θεέ μου.
    σώζομαι, γλυτώνω.

    Большой русско-греческий словарь > упасти

  • 17 уцелеть

    -ю, -еешь
    ρ.σ. (παρα)μένω άθικτος, απείραχτος. || γλυτώνω. || επιζώ, σώζομαι, μένω σώος και αβλαβής.

    Большой русско-греческий словарь > уцелеть

См. также в других словарях:

  • σώζομαι — σώζομαι, σώθηκα, σωσμένος βλ. πίν. 4 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σῴζομαι — σώζω pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σώζομαι — σώζω pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σώζω — σῴζω, ΝΜΑ, και σώνω Ν, και σώω και επικ. τ. σαόω, Α 1. διατηρώ κάποιον ή κάτι σώο, απαλλάσσω από κίνδυνο, από φθορά, από καταστροφή, από θάνατο, διασώζω, περισώζω, γλυτώνω (α. «τόν έσωσε η έγκαιρη εγχείρηση» β. «οι πυροσβέστες έσωσαν όλους τους… …   Dictionary of Greek

  • εκνέω — ἐκνέω (Α) 1. κολυμπώ προς την ξηρά 2. ξεφεύγω κολυμπώντας 3. διαφεύγω, σώζομαι …   Dictionary of Greek

  • καταφεύγω — (AM καταφεύγω) πηγαίνω σε κάποιο μέρος ζητώντας ασφάλεια, προστασία, έρχομαι κάπου για να αποφύγω κάποιον κίνδυνο ή συμφορά, έχω ή ζητώ να βρω καταφύγιο νεοελλ. προσφεύγω σε κάτι, χρησιμοποιώ κάθε μέσο, μεταχειρίζομαι όλα τα μέσα αρχ. 1. (για… …   Dictionary of Greek

  • παρεξαρκώ — έω, Μ [εξαρκώ] 1. διαρκώ 2. σώζομαι, διατηρούμαι («ὅς τάφος παρεξήρκεσε μέχρι καὶ Θεοφίλου», Τζέτζ.) …   Dictionary of Greek

  • πρόκειμαι — ΝΜΑ [κεῑμαι] 1. κείμαι, έχω τεθεί μπροστά από κάποιον ή κάτι 2. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) το προκείμενων) α) (σχετικά με λόγο) το θέμα που βρίσκεται υπό συζήτηση («ελάτε στο προκείμενο») β) (λειτ.) ψαλμικός στίχος που προτάσσεται από έναν ψαλμό και… …   Dictionary of Greek

  • σκαπουλάρω — Ν 1. δραπετεύω, διαφεύγω («τή σκαπούλαρε ο κλέφτης») 2. απαλλάσσομαι από κίνδυνο, γλυτώνω, σώζομαι («τή σκαπούλαρε και πάλι» τά κατάφερε πάλι να γλυτώσει) 3. (για άρρωστο) αποθεραπεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. scapolare «φεύγω από φόβο»] …   Dictionary of Greek

  • ԱՊՐԻՄ — (եցայ.) NBH 1 0279 Chronological Sequence: Unknown date, 5c, 6c, 10c, 12c ձ. σώζομαι, διασώζομαι, ἁνασώζομαι , ἑκφεύγω salvor, servor, vivo եւն. որ եւ ԱՊՐԵՄ. չ. (ʼի ձայնէս Ապուր, ապրանք, եւ այլն:) Զերծանիլ. ճողոպրիլ, ազատիլ. փրկիլ. կենդանի պահիլ՝ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ԶԵՐԾԱՆԻՄ — (ծայ, ծի՛ր.) NBH 1 0733 Chronological Sequence: Early classical, 5c, 8c, 13c, 14c ձ. ἁνασώζομαι, διασώζομαι, σώζομαι salvor, servor ἁπαλλάττομαι abeo, discedo եւն. Զերծ լինել. ազատիլ. ճողոպրիլ. պրծանիլ. ապրիլ. փախստեամբ անկանիլ ʼի զերծ տեղի.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»