Перевод: с греческого на все языки

со всех языков на греческий

ὑϊδοῦς

См. также в других словарях:

  • ὑιδοῦς — ὑϊδοῦς , ὑιδοῦς son s son masc acc pl (attic epic doric) ὑϊδοῦς , ὑιδοῦς son s son masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υϊδούς — και υἱϊδοῡς, οῡ, και ὑϊδεύς και υἱϊδεύς, έως, και ὑϊδός, και ὑϊτός, ο, θηλ. ὑϊδῆ, Α ο γιος τού γιου, ο εγγονός. [ΕΤΥΜΟΛ. < υἱός + κατάλ. ιδεύς / ιδῆ (< ιδ εή με συναίρεση) / ιδοῦς (< ιδ εός με συναίρεση), δηλωτικές απογόνου (πρβλ. θυγατρ …   Dictionary of Greek

  • υἱιδοῦς — ὑιδοῦς son s son masc acc pl (attic epic doric) ὑιδοῦς son s son masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υἱιδοῦ — ὑιδοῦς son s son masc gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υἱιδοῦν — ὑιδοῦς son s son masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υἱιδῆ — ὑιδοῦς son s son masc voc sg (doric aeolic) υἱϊδῆ , υἱιδεύς masc nom/voc/acc dual υἱϊδῆ , υἱιδεύς masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανεψιαδούς — ἀνεψιαδοῡς, ο (Α) ο γιος πρώτου εξαδέλφου ή εξαδέλφης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανεψιά + (μεθομηρική κατάλ.) ιδούς, που εμπεριέχει την έννοια της εξάρτησης, του υποκορισμού ( ιδ ) και το χαρακτηριστικό των πατρωνυμικών. Τα ονόματα με την κατάλ. ιδούς… …   Dictionary of Greek

  • υιιδεύς — έως, ὁ, Α βλ. ὑϊδοῡς …   Dictionary of Greek

  • υιιδούς — οῡ, ὁ, Α βλ. ὑϊδοῡς …   Dictionary of Greek

  • υιϊδός — και ὑϊτός, ὁ, Α βλ. ὑϊδοῡς …   Dictionary of Greek

  • υιός — ο / υἱός, ΝΜΑ, και άχρηστος τ. υἱεύς, και βοιωτ. τ. ὑειός, και λακων. τ. υἱύς, και ὑός, και ὑύς, και Fhιός και συνηρ. τ. ὕς, Α (λόγιος τ.) 1. το αρσενικό παιδί, ο γιος (α. «θετός υιός» β. «Ἕκτορ, υἱὲ Πριάμοιο», Ομ. Ιλ.) 2. φρ. α) εκκλ. «ο υιός… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»