Перевод: с греческого на немецкий

χνόη

См. также в других словарях:

  • χνόη — axle box fem nom/voc sg (attic epic ionic) χνοάω the bloom of the first down pres imperat act 2nd sg (doric) χνοάω the bloom of the first down pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) χνοάω the bloom of the first down imperf ind act 3rd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνόη — και ιων. τ. χνοίη, ἡ, Α 1. μεταλλικός σωληνίσκος στο κέντρο τής πλήμνης τροχού άμαξας, μέσα στο οποίο εισέρχεται και περιστρέφεται ο άξονας, αλλ. χοινίκη 2. φρ. «χνόαι ποδῶν» οι αρθρώσεις τών ποδιών (Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. χνόη (< *χνοFη)… …   Dictionary of Greek

  • χνόαι — χνόη axle box fem nom/voc pl χνόᾱͅ , χνόη axle box fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοίη — χνόη axle box fem nom/voc sg (epic ionic) χνόιος downy fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοίην — χνόη axle box fem acc sg (epic ionic) χνόιος downy fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοίῃσιν — χνόη axle box fem dat pl (epic ionic) χνόιος downy fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοῶν — χνόη axle box fem gen pl χνοάω the bloom of the first down pres part act masc voc sg χνοάω the bloom of the first down pres part act neut nom/voc/acc sg χνοάω the bloom of the first down pres part act masc nom sg (attic epic ionic) χνοάω the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνόην — χνόη axle box fem acc sg (attic epic ionic) χνοάω the bloom of the first down imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) χνοάω the bloom of the first down imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνόης — χνόη axle box fem gen sg (attic epic ionic) χνοάω the bloom of the first down pres ind act 2nd sg χνοάω the bloom of the first down imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χναύω — Α 1. τρώω με μικρές μπουκιές, τσιμπολογώ («ὡς ἕτοιμά σοι ἑφθὰ καὶ ὀπτὰ καὶ ἀνθρακιᾱς ἄπο χναύειν», Ευρ.) 2. μέσ. χναύομαι (κατά τον Ησύχ.) «χναύεται περικνίζεται, λαμβάνει». [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. τού καθημερινού λεξιλογίου, αβέβαιης ετυμολ., το …   Dictionary of Greek

  • χνους — ο / χνοῡς, oū, ΝΜΑ, και ασυναίρ. τ. χνόος, στον Αριστοφ. και στον Ευρ. και τ. θηλ. χνοῡς, ἡ, Α (στη νεοελλ. λόγιος τ.) το λεπτότατο τρίχωμα που καλύπτει τα φύλλα και τους καρπούς ορισμένων φυτών, καθώς και το πρόσωπο τών εφήβων, το χνούδι (α.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»