Перевод: с греческого на немецкий

χνόος

См. также в других словарях:

  • χνόος — incrustation masc nom sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοῦ — χνόος incrustation masc voc sg (attic) χνόος incrustation masc gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοῦς — χνόος incrustation masc acc pl (attic) χνόος incrustation masc nom sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοῦν — χνόος incrustation masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνῷ — χνόος incrustation masc dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνόον — χνόος incrustation masc acc sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνόου — χνόος incrustation masc gen sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • гнус — род. п. гнуса мошкара, мелкие насекомые , гнусный, блр. гнюс скупердяй, подлец , ст. слав. гноусьнъ μιαρός (Супр.), болг. гнус отвращение , сербохорв. гну̑с, диал. гњу̑с грязь, навоз; отвращение , словен. gnȗs, чеш. hňus, hnis отвращение ,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • άχνοος — ἄχνοος, ον και ἄχνους, ουν (AM) ο χωρίς χνούδι, αυτός του οποίου τα γένεια δεν έχουν ακόμη φυτρώσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + χνους (ασυναίρετο χνόος) «χνούδι»] …   Dictionary of Greek

  • μνους — μνοῡς, όος, ὁ (Α) 1. λεπτό χνούδι 2. είδος γλυκίσματος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. προέρχεται πιθ. από συμφυρμό τών τ. μνίον* και χνόος/χνοῦς] …   Dictionary of Greek

  • νεόχνους — νεόχνους, ουν και οος, οον (Α) αυτός που μόλις εμφανίζει το πρώτο χνούδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + χνόος / χνοῦς (πρβλ. αρτί χνους)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»