Перевод: с греческого на немецкий

с немецкого на греческий

πίεσμα

См. также в других словарях:

  • πίεσμα — anything pressed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίεσμα — το, ΝΜΑ, και δωρ. τ. πίασμα Α [πιέζω] το αποτέλεσμα τής πίεσης, καθετί που προέρχεται από πίεση, κάθε πεπιεσμένο («πίεσμα μυροβαλάνου» η μάζα τού μυροβαλάνου που απομένει μετά τη σύνθλιψή του, Γαλ.) νεοελλ. μσν. άλλος τύπος τού όρου τής… …   Dictionary of Greek

  • πιεσμάτων — πίεσμα anything pressed neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιέσμασι — πίεσμα anything pressed neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιέσματα — πίεσμα anything pressed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιέσματι — πίεσμα anything pressed neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιέσματος — πίεσμα anything pressed neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίασμα — (I) τὸ, Α [πιαίνω] (για ποταμό) αυτός που πιαίνει, που παχαίνει, που καθιστά εύφορο, γόνιμο το έδαφος («πεδίον Ἀσωπὸς ῥοαῑς ἄρδει, φίλον πίασμα Βοιωτῶν χθονί», Αισχύλ.). (II) τὸ, Α (δωρ. και μτγν. τ.) αντί πίεσμα*. (III) το, ΝΜ (βυζ. μουσ.) ένα… …   Dictionary of Greek

  • πιέζω — ΝΜΑ και δωρ., αιολ. και μτγν. τ. πιάζω, ιων. και επικ. τ. πιεζέω Α 1. σφίγγω δυνατά, ζουλώ με δύναμη, θλίβω, συνθλίβω, συμπιέζω, ασκώ πίεση (α. «πιέζω το βαμβάκι» β. «χειρὶ ἑλὼν ἐπίεζε βραχίονα», Ομ. Ιλ.) 2. συσφίγγω, συμμαζεύω, στοιβάζω,… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»