Перевод: со всех языков на все языки

со всех языков на все языки

ὑπογραφή

  • 21 signature

    υπογραφή

    Dictionnaire Français-Grec > signature

  • 22 podepsání

    υπογραφή

    Česká-řecký slovník > podepsání

  • 23 podpis

    υπογραφή

    Česká-řecký slovník > podpis

  • 24 signature

    υπογραφή

    English-Greek new dictionary > signature

  • 25 podpis

    υπογραφή

    Słownik polsko-grecki > podpis

  • 26 imza

    υπογραφή, τζίφρα

    Türkçe-Yunanca Sözlük > imza

  • 27 подпись

    θ.
    1. υπογραφή•

    бумаги пошли на подпись τα χαρτιά πήγαν για υπογραφή•

    давать (дать) на подпись δίνω για υπογραφή•

    он поставил свою подпись αυτός έβαλε την υπογραφή του•

    приказ за подписью директора διαταγή με υπογραφή του διευθυντή•

    подпись неразборчива η υπογραφή είναι δυσανάγνωστη•

    фальшивая подпись πλαστή υπογραφή.

    2. επιγραφή κάτω από (κείμενο, εικόνα κ.τ.τ.).

    Большой русско-греческий словарь > подпись

  • 28 подписание

    подписание с η υπογραφή· \подписание договора η υπογραφή σύμβασης
    * * *
    с
    η υπογραφή

    подписа́ние догово́ра — η υπογραφή σύμβασης

    Русско-греческий словарь > подписание

  • 29 подпись

    подпись ж η υπογραφή* ставить \подпись βάζω την υπογραφή μου
    * * *
    ж
    η υπογραφή

    ста́вить по́дпись — βάζω την υπογραφή μου

    Русско-греческий словарь > подпись

  • 30 подпись

    подпись
    ж ἡ ὑπογραφή:
    поставить свою \подпись» βάζω τήν ὑπογραφή μου· бумага за \подписью... ἔγγραφο μέ τήν ὑπογραφή...

    Русско-новогреческий словарь > подпись

  • 31 υπογραφήι

    ὑπογραφῇ, ὑπογράφω
    write under: aor subj pass 3rd sg
    ὑπογραφεύς
    one who writes under another's orders: masc dat sg (epic ionic)
    ὑπογραφῇ, ὑπογραφή
    written accusation: fem dat sg (attic epic ionic)

    Morphologia Graeca > υπογραφήι

  • 32 ὑπογραφῆι

    ὑπογραφῇ, ὑπογράφω
    write under: aor subj pass 3rd sg
    ὑπογραφεύς
    one who writes under another's orders: masc dat sg (epic ionic)
    ὑπογραφῇ, ὑπογραφή
    written accusation: fem dat sg (attic epic ionic)

    Morphologia Graeca > ὑπογραφῆι

  • 33 υπογράφηι

    ὑπογράφῃ, ὑπογράφω
    write under: pres subj mp 2nd sg
    ὑπογράφῃ, ὑπογράφω
    write under: pres ind mp 2nd sg
    ὑπογράφῃ, ὑπογράφω
    write under: pres subj act 3rd sg

    Morphologia Graeca > υπογράφηι

  • 34 ὑπογράφηι

    ὑπογράφῃ, ὑπογράφω
    write under: pres subj mp 2nd sg
    ὑπογράφῃ, ὑπογράφω
    write under: pres ind mp 2nd sg
    ὑπογράφῃ, ὑπογράφω
    write under: pres subj act 3rd sg

    Morphologia Graeca > ὑπογράφηι

  • 35 рука

    -и, αιτ. руку, πλθ. руки, рук, рукам θ.
    1. το χέρι•

    правая, левая рука δεξιό, αριστερό χέρι•

    поднять -и σηκώνω τα χέρια•

    опустить -и κατεβάζω τα χέρια•

    брать в -у παίρνω στο χέρι•

    взять ребнка на руки παίρνω στα χέρια το παιδάκι•

    скрестить -и σταυρώνω τα χέρια•

    вывехнуть -у εξαρθρώνω,βγάζω (στραμπουλίζω) το χέρι•

    протянуть -у τεντώνω το χέρι•

    подать -у δίνω το χέρι•

    умелые -и προκομμένα χέρια.

    || η άκρη του χεριού (παλάμη, δάχτυλα)•

    снимать с -и кольцо βγάζω από το δάχτυλο το δαχτυλίδι.

    2. γραφικός χαρακτήρας•

    это ваша -? αυτό είναι δικό σας γράψιμο;•

    это ме моя рука αυτό δεν είναι δικό μου γράψιμο.

    || υπογραφή (ιδιόχειρη)•

    подделать чью-н. -у πλαστογραφώ την υπογραφή κάποιου.

    3. πλθ. -и εργάτες•

    не хватает рук δε φτάνουν (αρκούν) τα χέρια.

    || άνθρωποι, άτομα•

    я знаю это из нескольких рук το ξέρω αυτό από μερικούς ανθρώπους.

    || μτφ. ισχυρός, δυνατός•

    властная (тяжёлая) рука στιβαρό χέρι.

    || βοηθός, προστάτης.
    4. παλ. συμφωνία γάμου•

    отдать кому-нибудь -у δίνω το χέρι σε κάποιον•

    он просит -у е дочери αυτός ζητά το χέρι της κόρης της (να παντρευτεί την κόρη της).

    5. θέση, σειρά (εργάτη, παίχτη κλπ.)• первая, вторая, третья рука πρώτος, δεύτερος, τρίτος εργάτης•

    на одной -е все четыре туза σ ένα χέρι (παίχτη) και οι τέσσερις άσσοι.

    6. κατηγορία, τάξη•

    мука первой руки αλεύρι πρώτης ποιότητας•

    7. (με αιτ. και πρόθεση «под») σημαίνει κατάσταση, διάθεση•

    под весёлую -у σε κατάσταση ευθυμίας•

    под пьяную -у σε κατάσταση μέθης.

    εκφρ.
    в –ах чьих ή у кого (быть находить(ся) – α) είμαι στα χέρια κάποιου (εξαρτιέμαι (από κάποιον), β) είμαι, βρίσκομαι στη διάθεση κάποιου, γ) είμαι, βρίσκομαι στην εξουσία κάποιου•
    на рукау – (στρατ. παράγγελμα) με προτετανένο το όπλο! προτείνατε!•
    на -у кому – προς όφελος κάποιου•
    на -ах чьих ή у кого (быть, находить(ся) – είμαι, βρίσκομαι στα χέρια κάποιου (υπο την κηδεμονία, προστασία)•
    на -ах у кого (быть, имеет(ся) – υπάρχει σε κάποιον•
    на рукаах у меня ни копейки нет – στα χέρια μου δεν έχω ούτε καπίκι•
    не рука кому – δεν ταιριάζει, αρμόζει σε κάποιον•
    по -е кому – α) ταιριάζω, πηγαίνω•
    перчатка не по - – το γάντι δε μου ταιριάζει στο χέρι. β) κατάλληλος, εύθετος, του χεριού•
    по -ам! – στα χέρια! (αποφασίστηκε, εγκρίθηκε)•
    под -у ходить – αγκαζέ (αλαμπράτσα) βαδίζω•
    под -у – με εμποδίζει κάποιος (όταν είμαι απασχολημένος): не говори под -у μη μου μιλάς όταν εργάζομαι•
    под -ой ή под -ами – μπροστά στα χέρια, πολύσιμά•
    под -сж)παλ. κρυφά, μυστικά, κρυφομιλώντας•
    с -и – ταιριάζει, πηγαίνει•
    -ами и ногами; с -ами и ногами; с -ами, ногами – α) με χέρια και με πόδια (ολόψυχα), β) ολόκληρα, ολότελα, πλήρως•
    рука в -уπαλ. αγκαζέ, αλαμπράτσα•
    рука об руку – χέρι με χέρι μαζί, αγαπημένα, αδερφωμένα•
    рука с рукаой – (παλ.) αγκαζέ, αλαμπράτσα•
    -и вверх! – απάνω τα χέρια! (παραδόσου)•
    -и прочь от... – κάτω τα χέρια απο... (μη επεμβαίνετε)•
    - и не доходят – δεν ευκαιρώ, δεν αδειάζω•
    рука не дрогнет – το χέρι δεν τρέμει (δε διστάζει μπροστά σε τίποτε)•
    - и опустились (отнялись) – κόπηκαν τα χέρια (οι δυνάμεις, η επιθυμία, ο ζήλος)•
    рука не поднимается у кого – δε σηκώνει το χέρι (είναι) αναποφάσιστος, διστακτικός•
    - и чешутся у кого – α) πάει φιρί-φιρί για καυγά. β) τρώνε τα χέρια για δουλειά (έχω όρεξη για δουλειά)•
    - ой не достать (не достанешь) – είναι απρόσιτος (για υψηλή προσωπικότητα)•
    - ой подать – πολύ σιμά, το χέρι ν' απλώσεις τον έφτασες•
    - ами и ногами отбиваться – με χέρια και με πόδια αντιστέκομαι, αποκρούω (σθεναρά, λυσσαλέα)•
    дать -у на отсечение – κόβω το κεφάλι μου (όρκος διαβεβαίωσης)•
    иметь -у – έχω μπάρμπα στην Κορώνα (έχω τα μέσα)•
    марать (пачкать) -и – λερώνω τα χέρια (αναμειγνύομαι σε βρώμικη υπόθεση)•
    обломать -и о кого – δέρνω, χτυπώ ανελέητα (σπάζοντας τα ίδια μου τα χέρια)•
    опустить -и – κατεβάζω το κεφάλι (αποθαρρύνομαι, απογοητεύομαι)•
    подать (протянуть) -у (помощи) – δίνω χείρα βοηθείας (βοηθώ)•
    поднять -у на кого, что – σηκώνω χέρι κατά κάποιου (αρχίζω αγώνα κατά κάποιου)•
    приложить -у к чему ή под чем – βάζω την υπογραφή κάτω απο•
    -и ή -у к чему – βάζω το χεράκι μου (συμμετέχω)•
    умыть -и – νίβω τα χέρια μου (απεκδύομαι πάσης ευθύνης)•
    как без рук кого-чего – σαν να μην έχω χέρια, κανένα(ν), τελείως ανίκανος•
    брать (взять) себя в -и – συγκρατώ τον εαυτό μου, αυτοεπιβάλλομαι, αυτοκυριαρχούμαι•
    взять в -и кого – παίρνω στα χέρια μου κάποιον πειθαρχώ, υποτάσσω, τιθασεύω•
    играть в четыре -и – παίζω κατρμέν (δυο παίχτες στο πιάνο)•
    попасть(ся) в -и – α) πέφτω, περιέρχομαι στα χέρια•
    письмо попало в -и начальника полиции – α) το γράμμα έπεσε στα χέρια του διευθυντή της αστυνομίας, β) πέφτω στα χέρια (τύραννου, βασανιστή κ.τ.τ.)•
    иметь (держать) в (своих) -ах – έχω, κρατώ στα χέρια μου (κατέχω)•
    смотреть (глядеть) из чьих рук – αποβλέπω σε βοήθεια κάποιου•
    прибрать к -ам – παίρνω, ιδιοποιούμαι, σφετερίζομαι•
    пройти между рук – (για χρήματα) ξοδεύονται, φεύγουν απαρατήρητα, από λίγα-λίγα•
    выдать на -и – δίνω στα χέρια, εγχειρίζω στον ίδιο•
    отдать на -и – αναθέτω την προστασία (κηδεμονία) σε κάποιον•
    получить на -и – παίρνω στα χέρια μου•
    бить, ударить по -ам – χειραψία αμέσως μετά το κλείσιμο της συμφωνίας•
    дать по -ам – χτυπώ στα χέρια (για να αποβάλλει κακές συνήθειες, για εκφοβισμό)•
    вести под -и – οδηγώ (πηγαίνω) κάποιον κρατώντας από τα χέρια μαζί με άλλον•
    попасть(ся), повернуться под -у кому – τυχαία βρίσκομαι σιμά σε κάποιον•
    в одни -и (продать, отпустить) – κατ άτομο, από έναν-έναν εξυπηρετώ, πουλώ εμπόρευμα•
    в наших -ах – στα χέρια μας, στην κατοχή μας, εξουσία μας•
    в одних -ах быть – στα χέρια ενός ανθρώπου είναι (υπάρχει)•
    из рук в -и ή с рук на -и – από τα χέρια ενός στου άλλου, απο τον έναν στον άλλον•
    из рук вон (плохо) – μακριά απ εδώ• κακά, ψυχρά κι ανάποδα•
    на -ах чьих умереть – πεθαίνω στα χέρια κάποιου•
    от -и писать – γράφω με το χέρι (όχι με γραφομηχανή)•
    по рукаам ходить – περιέρχομαι από χέρι σε χέρι•
    с рук продавать – πουλώ στο χέρι, κρατώντας στα χέρια•
    с рук сбыть (пустить) – απαλλάσσομαι, γλυτώνω, ξεφορτώνομαι•
    с рук сойти – ξεφεύγω από τα χέρια (τα νύχια), τη γλυτώνω, την περνώ ατιμώρητα•
    дело рук чьих – είναι έργο κάποιου, από σφάλμα κάποιου•
    обеими -ами подписаться – συμφωνώ απόλυτα, υπογράφω με τα δυο χέρια•
    обеими -ами ухватиться – επωφελούμαι (δράττομαι) της ευκαιρίας.

    Большой русско-греческий словарь > рука

  • 36 подписывание

    η υπογραφή
    -ть (ставить подпись для подтверждения удостоверения чего-л.) υπογράφω, βάζω υπογραφή

    Русско-греческий словарь научных и технических терминов > подписывание

  • 37 заключение

    заключение с 1) (соглашения, союза) η σύναψη, το κλείσιμο η υπογραφή (подписание) 2) (окончание) το τέλος в \заключение στο τέλος 3) (вывод) το συμπέρασμα я сделал \заключение, что... έβγαλα το συμπέρασμα ότι... 4) (тюремное) η φυλάκιση
    * * *
    с
    1) (соглашения, союза) η σύναψη, το κλείσιμο; η υπογραφή ( подписание)
    2) ( окончание) το τέλος

    в заключе́ние — στο τέλος

    3) ( вывод) το συμπέρασμα

    я сде́лал заключе́ние, что… — έβγαλα το συμπέρασμα ότι…

    4) ( тюремное) η φυλάκιση

    Русско-греческий словарь > заключение

  • 38 расписаться

    расписаться υπογράφω, βάζω την υπογραφή μου
    * * *
    υπογράφω, βάζω την υπογραφή μου

    Русско-греческий словарь > расписаться

  • 39 закорючка

    закорючк||а
    ж разг (завитушка) ἡ οὐρά, ἡ οὐρίτσα, τό τσιγγελάκι:
    подпись с \закорючкаой ἡ ὑπογραφή μέ οὐρίτσες, ἡ ὑπογραφή μέ τσιγγελάκια.

    Русско-новогреческий словарь > закорючка

  • 40 подписание

    подписание
    с ἡ ὑπογραφή:
    \подписание договора ἡ ὑπογραφή τοῦ συμφώνου.

    Русско-новогреческий словарь > подписание

См. также в других словарях:

  • ὑπογραφή — written accusation fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπογραφή — η / ὑπογραφή, ΝΜΑ [υπογράφω] το όνομα και το επώνυμο ή το αρχικό τού ονόματος και το επώνυμο κάποιου, το οποίο γράφει ο ίδιος στο τέλος επιστολής ή άλλου κειμένου για να δηλώσει ότι το κείμενο είναι δικό του ή ότι εγκρίνει το περιεχόμενό του (α.… …   Dictionary of Greek

  • υπογραφή — η 1. όνομα προσώπου γραμμένο ιδιόχειρα κάτω από κείμενο, για να δείξει ότι έγραψε το κείμενο ο ίδιος ή ότι εγκρίνει το περιεχόμενό του. 2. επίσημη επικύρωση συμφωνίας, συνομολόγηση: Υπογραφή σύμβασης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπογραφῇ — ὑπογράφω write under aor subj pass 3rd sg ὑπογραφῆι , ὑπογραφεύς one who writes under another s orders masc dat sg (epic ionic) ὑπογραφή written accusation fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπογράφῃ — ὑπογράφω write under pres subj mp 2nd sg ὑπογράφω write under pres ind mp 2nd sg ὑπογράφω write under pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπογραφῆι — ὑπογραφῇ , ὑπογράφω write under aor subj pass 3rd sg ὑπογραφεύς one who writes under another s orders masc dat sg (epic ionic) ὑπογραφῇ , ὑπογραφή written accusation fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπογράφηι — ὑπογράφῃ , ὑπογράφω write under pres subj mp 2nd sg ὑπογράφῃ , ὑπογράφω write under pres ind mp 2nd sg ὑπογράφῃ , ὑπογράφω write under pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπογραφαῖς — ὑπογραφή written accusation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπογραφαί — ὑπογραφή written accusation fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπογραφήν — ὑπογραφή written accusation fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπογραφῶν — ὑπογραφή written accusation fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»