Перевод: со всех языков на немецкий

с немецкого на все языки

ὁποσος-οῦν

См. также в других словарях:

  • οποσοσούν — ὁποσοσοῡν, ὁποσηοῡν, ὁποσονοῡν (Α) (αντων.) 1. όσο πολύς, όσο μεγάλος 2. (το ουδ. ως επίρρ.) ὁποσονοῡν οσοδήποτε μεγάλος, όσες φορές περισσότερος ή όσες φορές μεγαλύτερος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁπόσος + οὖν (πρβλ. οιοσ ούν)] …   Dictionary of Greek

  • οποσάπους — ὁποσάπους, ουν (Α) (σε πλάγ. ερώτ.) πόσων ποδών ως προς το μήκος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁπόσος + πούς, ποδός (πρβλ. οκτά πους)] …   Dictionary of Greek

  • οποσαπλάσιος — ὁποσαπλάσιος, ία, ον (Α) 1. ὁποσαπλασίων* πόσες φορές μεγαλύτερος 2. (με το οὖν) ὁποσαπλασιοσοῡν όσες φορές περισσότερος και αν. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁπόσος + πλάσιος*] …   Dictionary of Greek

  • οποσουτινοσούν — ὁποσουτινοσοῡν (Α) (αντων.) (κυρίως σε πλάγ. ερώτ.) οσοδήποτε μεγάλης τιμής. [ΕΤΥΜΟΛ. Γεν. μιας αντων. ὁποσοστισοῦν (< ὁπόσος + τις + οὖν)] …   Dictionary of Greek

  • όπη — ὅπη, επικ. τ. ὅππη και κατά ορθότ. γρφ. ὅπῃ, δωρ. τ. ὅπᾳ και ὅππᾳ, ὅπη και ὅπει, αιολ. τ. ὄππα ή ὄππᾳ και ὅπα, ιων. τ. ὅκη ή ορθότ. ὅκῃ (Α) (επίρρ. σε αναφορικές προτάσεις ή πλάγιες ερωτήσεις) 1. (για τόπο) ποιο δρόμο ή από ποιο δρόμο, ποια… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»