Перевод: со всех языков на английский

с английского на все языки

ἱλασία

См. также в других словарях:

  • ιλασία — ἱλασία, ἡ (Α) ο ιλασμός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ἱλα (τού ρ. ἱλά σκομαι) + κατάλ. σια (πρβλ. σημα σία)] …   Dictionary of Greek

  • ιλάσκομαι — ἱλάσκομαι (ΑΜ) 1. (κυρίως για θεούς) εξιλεώνω, καταπραΰνω 2. (για ανθρώπους) εξευμενίζω 3. εξαγνίζω 4. (παθ. μελλ.) ἱλάσομαι και ἱλασθήσομαι α) ευσπλαγχνίζομαι, είμαι ελεήμων β) συγχωρώ («ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», ΚΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < *σι σλά σκ… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»