Перевод: с греческого на все языки

со всех языков на греческий

ἀγανακτικός

См. также в других словарях:

  • αγανακτικός — ἀγανακτικός, ή, όν (Α) βλ. αγανακτητικός …   Dictionary of Greek

  • ἀγανακτικώτερον — ἀγανακτητικός apt to be vexed adverbial comp ἀγανακτητικός apt to be vexed masc acc comp sg ἀγανακτητικός apt to be vexed neut nom/voc/acc comp sg ἀγανακτικός adverbial comp ἀγανακτικός masc acc comp sg ἀγανακτικός neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγανακτικόν — ἀγανακτητικός apt to be vexed masc acc sg ἀγανακτητικός apt to be vexed neut nom/voc/acc sg ἀγανακτικός masc acc sg ἀγανακτικός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγανακτητικός — ἀγανακτητικός και ἀγανακτικός ή, όν (Α) [ἀγανακτῶ] ευερέθιστος, ευέξαπτος, οργίλος …   Dictionary of Greek

  • αγανακτώ — και χτώ και κτίζω και χτίζω [Α ἀγανακτῶ ( έω)] δυσανασχετώ, δυσαρεστούμαι, οργίζομαι, εκνευρίζομαι νεοελλ. Ι (αμτβ.) 1. κάνω ή αποκτώ κάτι με δυσκολία, στενοχωριέμαι, δεινοπαθώ 2. αδημονώ 3. κουράζομαι, αποκάνω, απαυδώ (μτβ.) 1. εξοργίζω,… …   Dictionary of Greek

  • ἀγανακτικοί — ἀγανακτητικός apt to be vexed masc nom/voc pl ἀγανακτικός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγανακτικούς — ἀγανακτητικός apt to be vexed masc acc pl ἀγανακτικός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγανακτικῆς — ἀγανακτητικός apt to be vexed fem gen sg (attic epic ionic) ἀγανακτικός fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγανακτικῶς — ἀγανακτητικός apt to be vexed adverbial ἀγανακτικός adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»