Перевод: с греческого на все языки

со всех языков на греческий

χαλκίτης

См. также в других словарях:

  • χαλκίτης — χαλκί̱της , χαλκίτης masc nom sg χαλκί̱της , χαλκῖτις containing copper fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκίτης — και χαλκείτης, ου, ὁ, Α 1. ορυκτή στυπτηρία 2. (στον τ. χαλκείτης) χαλκεύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκός + κατάλ. ίτης*] …   Dictionary of Greek

  • χαλκῖται — χαλκίτης masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Христос Халки — Спас Златые власы, Ярославль, 1 я четверть XIII века, сейчас в Успенском соборе Московского Кремля[1 …   Википедия

  • Chalke — For other uses, see Chalke (disambiguation). Map of the ceremonial and administrative heart of Constantinople, showing the Chalke Gate in the right centre The Chalke Gate (Greek: Χαλκῆ Πύλη), was the main ceremonial entrance (vestibule) to the …   Wikipedia

  • νατροχαλκίτης — ο (ορυκτ.) ένυδρο βασικό θειικό ορυκτό τού χαλκού και τού νατρίου με σμαραγδοπράσινο χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο σύνθ., πρβλ. αγγλ. natrochalcite < natron + χαλκίτης (< χαλκός)] …   Dictionary of Greek

  • χαλκείτης — ὁ, Α (δ. γρφ.) βλ. χαλκίτης …   Dictionary of Greek

  • χαλκιτάριον — τὸ, Α χαλκούχο ορυκτό. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκίτης / χαλκῖτις + κατάλ. άριον (< λατ. κατάλ. arium)] …   Dictionary of Greek

  • χαλκός — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Cu· ανήκει στην πρώτη ομάδα, δεύτερη υποομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, έχει ατομικό αριθμό 29, ατομικό βάρος 63,54, δύο σταθερά ισότοπα (Cu63 και Cu65) και 9 ραδιενεργά, από αριθμό μάζας 58 έως 68.… …   Dictionary of Greek

  • χαλκίτην — χαλκί̱την , χαλκίτης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκίτου — χαλκί̱του , χαλκίτης masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»