Перевод: с греческого на русский

παγκρατής

См. также в других словарях:

  • παγκρατής — παγκρατής, ές (Α) 1. (κυρίως ως επίθ. τού Διός, τής Ήρας, τού Απόλλωνος, τής Αθηνάς αλλά και για πρόσ. ή για τη μοίρα ή για πράγματα) παντοδύναμος, πανίσχυρος 2. φρ. «παγκρατεῑς ἕδραι» ο παντοδύναμος βασιλικός θρόνος τού Διός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * …   Dictionary of Greek

  • παγκρατής — all powerful masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκρατῆ — παγκρατής all powerful neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) παγκρατής all powerful masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) παγκρατής all powerful masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκρατεῖ — παγκρατής all powerful masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) παγκρατής all powerful masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκρατεῖς — παγκρατής all powerful masc/fem acc pl παγκρατής all powerful masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκρατές — παγκρατής all powerful masc/fem voc sg παγκρατής all powerful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγκρατοῦς — παγκρατής all powerful masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παν- — και παμ και παγ (ΑΜ παν και παμ και παγ ) α συνθετικό ονομάτων και ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο ουδέτερο παν (με ᾰ βραχύ) τού επιθ. πᾱς*. Το ν του α συνθετικού διατηρείται όταν το β συνθετικό αρχίζει από φωνήεν ή… …   Dictionary of Greek

  • Pancrates of Athens — Pancrates ( el. Παγκρατης) of Athens, was a Cynic philosopher who lived c. 140 AD. Philostratus relates, that when the celebrated sophist Lollianus was in danger of being stoned by the Athenians in a tumult about bread, Pancrates quieted the mob… …   Wikipedia

  • ПАНКРАТ —    • Pancrătes,          Παγκράτης,        1. сочинитель эпиграмм в греческой антологии;        2. сочинитель стихотворения Άλιευτικά и элегии Θαλάσσια έργα;        3. александрийский поэт, который был принят в александрийский музей за свои… …   Реальный словарь классических древностей

  • εν — (I) (AM ἐν, Α ποιητ. τ. ἐνί, εἰν, εἰνί) πρόθ. (με δοτ.) Ι. (για τόπο) 1. μέσα, εντός («νήσω ἐν ἀμφιρύτῃ», Ομ. Οδ.) 2. δηλώνει τη στάση σε τόπο («εν Αθήναις») 3. με κύρια ή προσηγορικά ονόματα ελλειπτικά με παράλειψη ουσ. (δόμοις, οίκω, μεγάρω,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»