Перевод: с греческого на все языки

со всех языков на греческий

μετεώρισις

См. также в других словарях:

  • μετεώρισις — lifting up fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετεωρίσει — μετεώρισις lifting up fem nom/voc/acc dual (attic epic) μετεωρίσεϊ , μετεώρισις lifting up fem dat sg (epic) μετεώρισις lifting up fem dat sg (attic ionic) μετεωρίζω raise to a height aor subj act 3rd sg (epic) μετεωρίζω raise to a height fut ind …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετεωρίσεις — μετεώρισις lifting up fem nom/voc pl (attic epic) μετεώρισις lifting up fem nom/acc pl (attic) μετεωρίζω raise to a height aor subj act 2nd sg (epic) μετεωρίζω raise to a height fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετεώρισιν — μετεώρισις lifting up fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετεώριση — η (Α μετεώρισις) [μετεωρίζω] ανύψωση και παραμονή σε μετέωρη κατάσταση νεοελλ. η ανύψωση τού υπνωτιστή από το έδαφος και η παραμονή του στον αέρα χωρίς εμφανή μυϊκή ή μηχανική ενέργεια αρχ. έπαρση, υπερηφάνεια …   Dictionary of Greek

  • μετεωρίσῃ — μετεωρίσηι , μετεώρισις lifting up fem dat sg (epic) μετεωρίζω raise to a height aor subj mid 2nd sg μετεωρίζω raise to a height aor subj act 3rd sg μετεωρίζω raise to a height fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»