Перевод: со всех языков на русский

с русского на все языки

η+εξωτερική

  • 1 εξωτερικός

    η, ό[ν]
    1) внешний, наружный;

    εξωτερική τσέπη;

    наружный карман;

    εξωτερική όψη — внешность, наружность, внешний вид;

    εξωτερική ομοιότητα — внешнее сходство;

    εξωτερική ηρεμία — внешнее спокойствие;

    εξωτερικά ενδύματα — верхняя одежда;

    τό εξωτερικό κλειδί — ключ от наружной двери;

    εξωτερικό περιβάλλρν — внешняя среда;

    2) внешний; иностранный, зарубежный, заграничный;

    εξωτερική αγορά — внешний рынок;

    εξωτερικόν εμπόριο — внешняя торговля;

    εξωτερική πολιτική — внешняя политика; — внешнеполитический курс;

    υπουργείο[ν] των εξωτερικων — министерство иностранных дел;

    3) филос, существующий вне сознания (кого-л.), внешний;

    εξωτερικός κόσμος — мир, существующий вне сознания (кого-л.), внешний мир;

    4) перен. внешний, поверхностный;

    § εξωτερικό παίζιμο τού ήθοποιού — поверхностная игра актёра;

    ο εξωτερικός (μαθητής) — экстерн;

    δίδω εξετάσεις ως εξωτερικ — сдавать экзамены экстерном;

    ο εξωτερικός ασθενής — амбулаторный больной;

    τό εξωτερικό ιατρείο — амбулатория; — диспансер;

    τό εξωτερικό φθισιατρείο — туберкулёзный диспансер

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > εξωτερικός

  • 2 μορφή

    η
    1) форма; вид, образ, облик;

    εξωτερική μορφή — внешний вид;

    συμπαθητική μορφή — симпатичный вид;

    αποκρουστική (απαίσια) μορφή — отталкивающий (отвратительный) вид;

    δίνω μορφή — придавать форму;

    παίρνω τη μορφή — принимать форму, облик;

    2) перен. форма; вид:
    ; тип;

    μορφή διακυβερνήσεως — форма правления;

    μορφές πάλης — формы борьбы;

    3) филос., лит. иск. форма;

    καλλιτεχνική μορφή — художественная форма;

    η ενότητα μορφής και περιεχομένου — единство формы и содержания;

    § με τη μορφв виде (чего-л.);

    οία η μορφή τοιαύτη και η ψυχή — или δες μορφή και δες ψυχή — лицо — зеркало души

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > μορφή

  • 3 πολιτική

    η
    1) политика, (политическая) линия, курс;

    εξωτερική (εσωτερική) πολιτική — внешняя (внутренняя) политика;

    φιλειρηνική πολιτική — миролюбивая политика;

    ψυχροπολεμική πολιτική — политика холодной войны;

    2) занятие политикой; активное участие в политической жизни; политическая деятельность (государственного деятеля);
    3) перен. дипломатия; политика (разг);

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > πολιτική

  • 4 χρήση

    [-ις (-εως)] η
    1) использование, пользование, употребление; применение;

    κάμνω ( — или ποιούμαι) χρήση — употреблять, использовать;

    βάζω (μπαίνω) σε χρήση — пускать (входить) в обиход;

    είναι εν χρήσει ( — быть) в употреблении;

    δεν είναι εν χρήσει — быть неупотребительным;

    ύ εν χρήσει — или καθημερινής χρήσης — обычный, обиходный;

    τό δικαίωμα χρήσεως юр. — право пользования;

    χώροι κοινής χρήσεως — места общего пользования;

    γιά εξωτερική χρήση — для наружного употребления;

    στην προσωπική χρήση — в личном поль.°овании;

    2) употребительность;
    3) фин. бюджетный год;

    § χάρτης χρήσεως — туалетная бумага

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > χρήση

См. также в других словарях:

  • ἐξωτερική — ἐξωτερικός external fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταμόρφωση — Εξωτερική ή εσωτερική μεταβολή, αλλοίωση, μετουσίωση. (Βιολ.). Έντονη αλλαγή στη μορφή ή στη δομή ορισμένων ζώων, που συντελείται κατά τη μετεμβρυϊκή τους ανάπτυξη, προκειμένου οι οργανισμοί αυτοί να αποκτήσουν την οριστική μορφή του ώριμου ή… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση — ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ/ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ Η αφετηρία Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το Μάρτιο του 1957, ύστερα από την υπογραφή της σχετικής συνθήκης στη Ρώμη από τη Γαλλία, την Ομοσπονδιακή… …   Dictionary of Greek

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • Σπάρτη — I Μυθικό πρόσωπο επώνυμη ηρωίδα της Σπάρτης κόρη του Ευρώτα και της Κλήτας και σύζυγος του Λακεδαίμονα. Ήταν μητέρα του Αμύκλα, της Ευρυδίκης, του Ίμερου και της Ασίνης. II Πόλη (14.084 κάτ.) της νότιας Πελοποννήσου, πρωτεύουσα του νομού Λακωνίας …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»