Перевод: с греческого на русский

с русского на греческий

ὀροφη-φόρος

См. также в других словарях:

  • οροφηφόρος — ὀροφηφόρος, ον (ΑΜ) (για τη χελώνα και τα οστρακόδερμα) αυτός που φέρει μαζί του στέγη, που κουβαλάει την οροφή επάνω του. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀροφή + φόρος*] …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»