Перевод: со всех языков на все языки

со всех языков на все языки

ἄνευθε(ν

См. также в других словарях:

  • άνευθε — ἄνευθε (AM) [άνευ] μσν. (πρόθ. που συνήθως επιτάσσεται και σύνδ.) εκτός αρχ. 1. (πρόθ. που προτάσσεται) άνευ, χωρίς 2. (ως επίρρ.) μακριά, απόμακρα …   Dictionary of Greek

  • ἄνευθε — without indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄνευθ' — ἄνευθε , ἄνευθε without indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄνευθεν — ἄνευθε without indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απάνευθε — κ. θεν (Α) [άνευθε] 1. μακριά, πολύ μακριά 2. μακριά από κάτι, αποτραβηγμένος, αποχωρισμένος από κάτι …   Dictionary of Greek

  • ē̆neu, ē̆nu —     ē̆neu, ē̆nu     English meaning: without     Deutsche Übersetzung: “ohne”     Material: Gk. (Lokat.?) ἄνευ, ἄνευθε(ν) “without”; Dor. ἄνευν, el. ἄνευς, meg. ἄνις (shaped after χωρίς); from *eneu , Goth. inu “without”; with lengthened grade: O …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»