Перевод: с греческого на немецкий

с немецкого на греческий

ἀπο-στράτ-ηγος

См. также в других словарях:

  • θαλαμηγός — Σκάφη διαφόρων τύπων, από τους μικρούς ιστιοφόρους κέρκουρους έως τα πολυτελή ιστιοφόρα και ντιζελοκίνητα σκάφη ψυχαγωγίας. Συνηθέστερα ονομάζονται γιοτ, από την αγγλική ονομασία yαcht. Μια θ. με πανιά εφοδιάζεται συνήθως και με βοηθητική μηχανή …   Dictionary of Greek

  • πλοηγός — ο, Ν 1. ναυτ. πλοίαρχος τού εμπορικού ναυτικού ο οποίος έχει διοριστεί, μετά από εξετάσεις, σε ένα λιμάνι για να εκτελεί την πλοήγηση τών πλοίων στο λιμάνι αυτό 2. βοηθητικό σύγγραμμα για τους ναυτιλλομένους, το οποίο ανανεώνεται περιοδικά, ενώ… …   Dictionary of Greek

  • σωματηγός — ὁ, ἡ, Μ φρ. «σωματηγὸς ήμίονος» μουλάρι που χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο ως μεταφορικό μέσο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + ηγός (< ἄγω), πρβλ. στρατ ηγός. Το η τού τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως] …   Dictionary of Greek

  • αγέστρατος — ἀγέστρατος ο, η (Α) αυτός που οδηγεί τον στρατό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγω + στρατός, όπως και τα ἀγέ λαος, ἐλκε χίτων, ἐχέ φρων. Το ε τού α’ συνθετ. είναι δυσερμήνευτο. Πιθ. προήλθε από την προστακτική ἄγε λαόν!, ἔλκε χιτώνα! κ.λπ. Με το ἄγος ως β’… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»