Перевод: со всех языков на русский

с русского на все языки

ἀμφίβλητος

См. также в других словарях:

  • αμφίβλητος — ἀμφίβλητος, ον (Α) [ἀμφιβάλλω] αυτός με τον οποίον περιβάλλεται, καλύπτεται κανείς, αυτός που ρίχνεται γύρω από κάποιον …   Dictionary of Greek

  • αμφιβάλλω — (Α ἀμφιβάλλω) 1. έχω αμφιβολία, δισταγμό, δεν είμαι βέβαιος για κάτι, αμφιταλαντεύομαι 2. αμφισβητώ, διστάζω να πιστέψω κάτι αρχ. (στον Όμ. συνήθ. σε τμήση) Ι. ενεργ. περιβάλλω, ρίχνω ή εναποθέτω κάτι γύρω από κάποιον ή κάτι 1. (για ρούχα) ντύνω… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»