Перевод: с греческого на русский

ἀμφιπίπτω

См. также в других словарях:

  • αμφιπίπτω — ἀμφιπίπτω (και ποιητ. πίτνω) (Α) 1. ορμώ και αγκαλιάζω κάποιον θερμά 2. ασπάζομαι, χαιρετίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + πίπτω] …   Dictionary of Greek

  • ἀμφέπεσον — ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor ind act 3rd pl ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπεσοῦσα — ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπεσόντες — ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπεσόντος — ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπεσών — ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπέσῃ — ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπίτνουσα — ἀμφιπίπτω fall upon and embrace pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπεσόντ' — ἀμφιπεσόντα , ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor part act neut nom/voc/acc pl ἀμφιπεσόντα , ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor part act masc acc sg ἀμφιπεσόντι , ἀμφιπίπτω fall upon and embrace aor part act masc/neut dat sg ἀμφιπεσόντε ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφέπετον — ἀμφιέπω go about aor imperat act 2nd dual (epic) ἀμφιέπω go about imperf ind act 2nd dual (epic) ἀμφιέπω go about pres ind act 3rd dual (epic) ἀμφιέπω go about pres ind act 2nd dual (epic) ἀμφιέπω go about aor ind act 2nd dual (epic) ἀμφιπίπτω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμφ(ι)- — Γλωσσ. α συνθετικό λέξεων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής καθώς και επιστημονικών όρων, με μεγάλη παραγωγικότητα. Προέρχεται από την αρχαία λέξη ἀμφί, που λειτουργεί ως πρόθεση και επίρρημα. Κατά τη σύνθεση, το τελικό φωνήεν ι άλλοτε… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»