Перевод: со всех языков на русский

с русского на все языки

καταμέλλω

См. также в других словарях:

  • καταμέλλω — (Α) (ιδίως σε καιρό πολέμου) αναβάλλω κάτι, βραδύνω να πράξω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + μέλλω «βραδύνω, διστάζω»] …   Dictionary of Greek

  • μέλλω — (ΑM μέλλω) 1. προτίθεμαι, σκοπεύω, έχω στον νου μου να κάνω κάτι («ἐγὼ κτενεῑν ἔμελλον πατέρα τὸν ἐμόν», Σοφ.) 2. (το γ εν. ενεστ. και πρτ. ενεργ. και μέσ. ως απρόσ.) α) μέλλε πρόκειται να... ή είναι ενδεχόμενο να... ή είναι πεπρωμένο να... β)… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»