Перевод: с греческого на русский

с русского на греческий

θήπω

См. также в других словарях:

  • θήπω — (Α) 1. απατώ, εξαπατώ 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἐπιθυμῶ, θαυμάζω» …   Dictionary of Greek

  • σαπύλλειν — Α (κατά τον Ησύχ.) «σαίνειν. Ρίνθων». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αποτελεί, κατά την πιθανότερη άποψη, εκφραστικό παρ. σχηματισμένο από το ρ. σαίνω «κουνώ την ουρά, κολακεύω», κατ επίδραση τού σαπρός. Η άποψη ότι ο τ. συνδέεται με το ρ. θήπω «απατώ, εξαπατώ,… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»