Перевод: со всех языков на все языки

со всех языков на все языки

ἀμφισφάλλω

См. также в других словарях:

  • αμφισφάλλω — ἀμφισφάλλω (Α) κάνω κάτι να περιστρέφεται. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + σφάλλω. ΠΑΡ. αρχ. ἀμφίσφαλσις] …   Dictionary of Greek

  • αμφ(ι)- — Γλωσσ. α συνθετικό λέξεων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής καθώς και επιστημονικών όρων, με μεγάλη παραγωγικότητα. Προέρχεται από την αρχαία λέξη ἀμφί, που λειτουργεί ως πρόθεση και επίρρημα. Κατά τη σύνθεση, το τελικό φωνήεν ι άλλοτε… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»