Перевод: с греческого на русский

с русского на греческий

σημειώνω

  • 1 σημειώνω

    [-ώ (ο)] μετ.
    1) обозначать; ставить знаки, пометки (на чём-л.); помечать; 2) перен. отмечать (что-л.), обращать внимание (на что-л.); учитывать, принимать во внимание;

    σημειώνω την ώρα — заметить время;

    3) записывать, брать на заметку;
    4) добиваться;

    σημειώνω πρόοδο — добиваться прогресса

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > σημειώνω

  • 2 σημειώνω

    [симионо] ρ отмечать, обозначать, делать заметки, пометки.

    Эллино-русский словарь > σημειώνω

  • 3 επίδοση

    [-ις (-εως)] η
    1) передача; вручение;

    επίδοση δώρου — вручение подарка;

    επίδοση διακοινώσεως (τελεσιγράφου) — вручение ноты (ультиматума);

    επίδοση διαπιστευτηρίων — вручение верительных грамот;

    2) подача (заявления и т. п.);
    3) преуспевание, прогресс, успех;

    έχω καλές επίδόσεις — добиться больших успехов;

    έχω μεγάλη επίδοση στα γράμματα — преуспевать в учёбе;

    4) спорт, результат; рекорд;

    σημειώνω νέαν επίδοση — ставить новый рекорд;

    5) усердное занятие (чём-л.), посвящение себя (чему-л.); пристрастие (к чему-л.);

    'επίδ στη χαρτοπαιξία — пристрастие к игре в карты;

    6) мор. разворот по ветру

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > επίδοση

  • 4 ρεκόρ

    το ακλ. рекорд;

    σημειώνω ( — или πετυχαίνω) ρεκόρ — достигать рекорда, ставить рекорд;

    σπάζω ( — или καταρρίπτω) ρεκόρпобивать рекорд

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ρεκόρ

  • 5 τέρμα

    τό
    1) конец (тж. перен.); предел; финал;

    τέρμα οδού — конец улицы;

    τό τέρμα των προσπαθειών — предел стараний;

    θέτω ( — или βάζω) τέρμα σε κάτι — положить конец чему-л.;

    2) конечная станция, остановка;
    3) спорт, финиш;

    φθάνω στο τέρμα — приходить к финишу;

    4) спорт, ворота;
    5) спорт, гол;

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > τέρμα

См. также в других словарях:

  • σημειώνω — σημειώνω, σημείωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σημειώνω — σημειῶ, όω, ΝΜΑ, και δωρ. τ. σαμειῶ Α [σημεῑον] 1. επιθέτω ή γράφω κάπου σημείο για αναγνώριση ή υπόμνηση (α. «σημείωσα όλα τα λάθη στο κείμενο» β. «ταῡτα γὰρ νῡν βεβημάτισται καὶ σεσημείωται κατὰ σταδίους», Πολ.) 2. υπολογίζω σοβαρά κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • σημειώνω — σημείωσα, σημειώθηκα, σημειωμένος 1. επισημαίνω, βάζω σημάδι: Σημείωσε με κόκκινο μολύβι πάνω στο βιβλίο τις πιο ενδιαφέρουσες παραγράφους. 2. κρατώ σημειώσεις, γράφω πρόχειρα κάτι: Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να σημειώσουν στα τετράδιά… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νοτιάζω — (Μ) καταγράφω, σημειώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. noter «σημειώνω» (< λατ. noto «σημειώνω») κατά τα ρήματα σε ιάζω] …   Dictionary of Greek

  • παρασημαίνω — κυρίως το μέσ. παρασημαίνομαι ΝΜΑ βάζω ψευδές σήμα, παραχαράσσω, παραποιώ νεοελλ. μσν. φανερώνω με σημεία, συμβολίζω νεοελλ. μέσ. παρασημαίνομαι μαθαίνω κάτι με σήματα ή σύμβολα αρχ. 1. (για ζώα) εκδηλώνω, προδίδω με την έκφραση 2. βάζω σημάδι… …   Dictionary of Greek

  • υποσημειώνω — ὑποσημειῶ, όω, NA [σημειῶ / ώνω] μέσ. υποσημειώνομαι και ὑποσημειοῡμαι, όομαι βάζω την υπογραφή μου από κάτω νεοελλ. σημειώνω από κάτω, γράφω υποσημειώσεις αρχ. 1. σημειώνω με αριθμούς 2. μέσ. κρατώ σημειώσεις, σημειώνω …   Dictionary of Greek

  • εξοβελίζω — (AM ἐξοβελίζω) σημειώνω με οβελό χωρίο κειμένου που θεωρώ νόθο και συνεπώς πρέπει να αφαιρεθεί από το κείμενο, απορρίπτω («πολλοί στίχοι τού Ομήρου εξοβελίζονται») νεοελλ. απορρίπτω, διαγράφω. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + οβελίζω «σημειώνω με οβελό ως νόθο …   Dictionary of Greek

  • επισημαίνω — (AM ἐπισημαίνω) νεοελλ. 1. σημειώνω, σημαδεύω κάτι, τό μαρκάρω για να μπορώ να τό αναγνωρίζω 2. τονίζω ιδιαιτέρως κάτι, υποδεικνύω με έμφαση 3. ναυτ. υποδεικνύω ένα επικίνδυνο σημείο στους ναυτιλλομένους τοποθετώντας σημαντήρα ή πάσσαλο κ.λπ. ως… …   Dictionary of Greek

  • επισημειώνω — [επισημειώ, όω] 1. σημειώνω κάτι επάνω ή σημειώνω επί πλέον, θέτω επάνω σήμα, σημαδεύω, επισημαίνω 2. παραθέτω επισημείωση, υποσημείωση σε ένα κείμενο …   Dictionary of Greek

  • κατατίθημι — (AM) μσν. μέσ. κατατίθεμαι α) αφήνω, εγκαταλείπω, απαρνούμαι β) συμφωνώ, δέχομαι γ) καταλήγω μόνιμα, εγκαθίσταμαι κάπου μσν. αρχ. ενεργ. (για νεκρό) ενταφιάζω αρχ. 1. τοποθετώ, αφήνω κάτι κάτω, αποθέτω 2. βγάζω τα όπλα μου και τά αφήνω κατά μέρος …   Dictionary of Greek

  • κρατώ — άω και έω (AM κρατῶ, έω, Α αιολ. τ. κρετέω) 1. βαστώ, πιάνω ή έχω κάτι στα χέρια μου (α. «μέ κράτησε από το χέρι και προχωρήσαμε» β. «πρόσεξέ τον, γιατί κρατάει περίστροφο» γ. «εἰσελθὼν ἐκράτησε τῆς χειρὸς αὐτῆς», ΚΔ δ. «τῇ δεξιᾷ λαμβάνειν τοῡ… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»