Перевод: со всех языков на русский

с русского на все языки

κυμβαλίζω

См. также в других словарях:

  • κυμβαλίζω — (Α κυμβαλίζω) [κύμβαλο] κρούω, παίζω το κύμβαλο («και ἐν ᾠδαῑς κυμβαλίζοντες», ΠΔ) …   Dictionary of Greek

  • κυμβαλίζῃ — κυμβαλίζω play the cymbals pres subj mp 2nd sg κυμβαλίζω play the cymbals pres ind mp 2nd sg κυμβαλίζω play the cymbals pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυμβαλιζόντων — κυμβαλίζω play the cymbals pres part act masc/neut gen pl κυμβαλίζω play the cymbals pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυμβαλίζει — κυμβαλίζω play the cymbals pres ind mp 2nd sg κυμβαλίζω play the cymbals pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυμβαλίζοντα — κυμβαλίζω play the cymbals pres part act neut nom/voc/acc pl κυμβαλίζω play the cymbals pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυμβαλίζοντι — κυμβαλίζω play the cymbals pres part act masc/neut dat sg κυμβαλίζω play the cymbals pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκυμβάλιζον — κυμβαλίζω play the cymbals imperf ind act 3rd pl κυμβαλίζω play the cymbals imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυμβαλίζοντας — κυμβαλίζω play the cymbals pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυμβαλίζοντες — κυμβαλίζω play the cymbals pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυμβαλίζων — κυμβαλίζω play the cymbals pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκυμβάλισε — κυμβαλίζω play the cymbals aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»