Перевод: с греческого на немецкий

с немецкого на греческий

δυσφιλής

См. также в других словарях:

  • δυσφιλής — δυσφιλής, ές (Α) μισητός …   Dictionary of Greek

  • δυσφιλής — hateful masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσφιλῆ — δυσφιλής hateful neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δυσφιλής hateful masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) δυσφιλής hateful masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσφιλές — δυσφιλής hateful masc/fem voc sg δυσφιλής hateful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φίλος — ίλεος, τὸ, Α φιλία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αμφβλ. τ. που μπορεί να θεωρηθεί ως μεταπλασμένος τής λ. φιλία, κατά τα σιγμόληκτα ουδ. μῖσος, νεῖκος]. η, ο / φίλος, η, ον, ΝΜΑ, θηλ. και φίλαινα Ν, θηλ. και ος Α 1. αγαπητός, προσφιλής (α. «φίλο έθνος» β. «μηκέτι,… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»