Перевод: с греческого на русский

с русского на греческий

βρόχερός

  • 1 βρόχερός

    η, ό [ά, όν ] дождливый, сырой;

    βρόχερός καιρός — дождливая погода;

    βρόχερό κλίμα — сырой, влажный климат

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > βρόχερός

  • 2 βροχερός

    [врохерос] επ дождливый.

    Эллино-русский словарь > βροχερός

  • 3 δείχνω

    (αόρ. έδειξα) 1. μετ.
    1) показывать, указывать;

    δείχνω τον δρόμο — показывать дорогу;

    τό ρολόϊ δείχνει μεσημέρι — часы показывают полдень;

    2) проявлять, обнаруживать, выказывать;
    έδειξε μεγάλο θάρρος он проявил большую смелость;

    δείχνω καλή διαγωγή — хорошо вести себя;

    3) показывать; учить, обучать;
    του έδειξα να γράφει я его научил писать; 2. αμετ. 1) казаться; выглядеть (о человеке);

    δείχνει άρρωστος — он выглядит больным;

    ο καιρός δείχνει βροχερός — кажется, будет дождь;

    ο άρρωστος δε δείχνει, αν θα γίνη καλά — больной, похоже, не поправится;

    § δείξε μας την πλάτη σου! убирайся!;
    θά σού δείξω! я тебе покажу!; θα σού δείξω εγώ πόσ' απίδια βάνει ο σάκκος я тебе покажу, где раки зимуют!, я тебе покажу кузькину мать!; όπερ εδει δείςαι что и требовалось доказать

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > δείχνω

См. также в других словарях:

  • βροχερός — ή, ό αυτός που φέρνει βροχές: Ο Νοέμβρης είναι βροχερός μήνας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βροχερός — ή, ό [βροχή] 1. (για τον καιρό) εκείνος που προμηνύει ή φέρνει βροχή 2. (για κλίμα, τόπο, εποχή) αυτός που έχει πολλές βροχές …   Dictionary of Greek

  • -ερός — ή, ό (AM ερός, ά, όν) 1. παραγωγικό επίθημα επιθέτων που σημαίνει πλησμονή, π.χ. θλιβερός, βροχερός, φθονερός κ.λπ. 2. στο ουδ. ουσιαστικών σημαίνει το όργανο ή το δοχείο όπου περιέχεται αυτό που δηλώνει το θέμα, π.χ. πατερό (ο ληνός, το… …   Dictionary of Greek

  • κατόμβριμος — κατόμβριμος, ον (Α) βροχερός. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὄμβριμος «βροχερός»] …   Dictionary of Greek

  • -ηλος — οι καταλήξεις τής Αρχαίας Ελληνικής που εμφανίζουν επίθημα λο ανάγονται σε ΙΕ επίθημα * lο , το οποίο, συνδυαζόμενο με ρηματικά θέματα, παρήγε μια ιδιαίτερη κατηγορία μετοχών τής ΙΕ που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως επιθετικοί προσδιορισμοί …   Dictionary of Greek

  • Φεβρουάριος — Δεύτερος μήνας του γρηγοριανού ημερολογίου. Έχει 28 μέρες και 29 στα δίσεκτα έτη. Ο μήνας Φ. προσετέθηκε από τον Νουμά Πομπίλιο στον τελευταίο μήνα του ρωμαϊκού έτους. Το 154 π.Χ. μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση. Επειδή ήταν πολύ βροχερός μήνας …   Dictionary of Greek

  • έπομβρος — ἔπομβρος, ον (Α) πολύ βροχερός, με πολλές βροχές …   Dictionary of Greek

  • έφυδρος — η, ο (ΑΜ ἔφυδρος, ον, Α ιων. τ. ἔπυδρος, ον) υγρός, βροχερός αρχ. 1. (για τον δυτικό άνεμο) νοτερός, αυτός που φέρνει βροχή («αὐτὰρ ἄη Ζέφυρος μέγας αἰὲν ἔφυδρος», Ομ. Οδ.) 2. αυτός που έχει άφθονο νερό («μελάγγαιός τε γάρ ἐστι καὶ ἔπυδρος… …   Dictionary of Greek

  • βογγερός — ή, ό 1. αυτός που συνοδεύεται από βόγγους 2. εκείνος που παράγει ισχυρό ήχο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βόγγος + (κατάλ.) ερός (πρβλ. βροχερός, δροσερός, ζουμερός, καυτερός, παγερός κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • βροχάδα — (I) η βροχερός καιρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < βροχάδες, τ. πληθ. του βροχή]. (II) η [βρόχος] η παγίδα …   Dictionary of Greek

  • βροχή — Η συνηθέστερη από τις ατμοσφαιρικές κατακρημνίσεις (β., χιόνι, χαλάζι κλπ.)· αποτελείται από υδροσταγόνες που πέφτουν στο έδαφος από τα νέφη, τα οποία προέρχονται από τη συμπύκνωση των ατμοσφαιρικών υδρατμών. Διακρίνεται από την ομίχλη από τη… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»