Перевод: со всех языков на греческий

с греческого на все языки

Ἀθήνας

  • 1 ехать

    ехать
    несов
    1. (на чем-л.) πηγαίνω μέ μεταφορικό μέσο / ταξιδεύω (путешествовать):
    \ехать на автомобиле (на пароходе) πηγαίνω μέ τό αὐτοκίνητο (μέ τό ἀτμόπλοιο)· \ехать на велосипеде πηγαίνω μέ τό ποδήλατο, κάνω ποδήλατο· \ехать верхом πηγαίνω καβάλλα, πηγαίνω ίφιππος·
    2. (уезжать) φεύγω, ἀναχωρώ· ◊ дальш'е \ехать некуда φθάνω στό ἄκρον ἄωτον. поехал \ехать в Тулу со своим самоваром κομίζω γλαύκα είς Αθήνας.

    Русско-новогреческий словарь > ехать

  • 2 самовар

    самовар
    м τό σαμοβάρι:
    ставить \самовар ἀνάβω τό σαμοβάρι· ◊ ехать в Тулу со своим \самоваром.г-й κομίζω γλαῦκας εἰς 'Αθήνας.

    Русско-новогреческий словарь > самовар

  • 3 патриот

    α.
    -ка, -и θ.
    1. πατριώτης, -ισσα, φιλόπατρης.
    2. μτφ. λάτρης, λατρευτής, εραστής•

    патриот афин λάτρης της Αθήνας.

    Большой русско-греческий словарь > патриот

  • 4 расцвет

    α.
    1. άνθιση, λουλούδισμα•

    расцвет яблонь άνθιση των μηλιών.

    2. μτφ. ακμή, κορύφωμα•

    расцвет древних афин η ακμή της αρχαίας Αθήνας•

    расцвет промышленности η άνθιση της βιομηχανίας•

    в -е жизни (или лет) στο άνθος της ηλικίας•

    в -е сил στην ακμή των δυνάμεων.

    Большой русско-греческий словарь > расцвет

  • 5 университет

    α.
    Πανεπιστήμιο•

    московский университет το Πανεπιστήμιο της Μόσχας•

    афинский το Πανεπιστήμιο της Αθήνας•

    поступить в университет εισάγομαι στο Πανεπιστήμιο.

    Большой русско-греческий словарь > университет

См. также в других словарях:

  • Ἀθηνᾶς — Ἀθήνη casting vote fem acc pl (attic) Ἀθήνη casting vote fem gen sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθήνας — Ἀθήνᾱς , Ἀθήνευς masc acc pl Ἀθήνᾱς , Ἀθήνη casting vote fem acc pl Ἀθήνᾱς , Ἀθήνη casting vote fem gen sg (doric aeolic) Ἀθήνᾱς , Ἀθῆναι the city of Athens fem acc pl Ἀθήνᾱς , Ἀθῆναι the city of Athens fem gen sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μετρό της Αθήνας — Σύγχρονος υπόγειος σιδηρόδρομος της Αθήνας. Αποτελείται από δύο γραμμές που καλύπτουν τις διαδρομές Σεπόλια –Ομόνοια –Σύνταγμα –Δάφνη (Γραμμή 2) και Εθνική Άμυνα –Σύνταγμα (Γραμμή 3). Τον Απρίλιο του 2003 δόθηκε στην κυκλοφορία το τμήμα της… …   Dictionary of Greek

  • Αθήνα — Πρωτεύουσα της Ελλάδας, από τις 18 Σεπτεμβρίου 1834, και του νομού Αττικής, το μεγαλύτερο πνευματικό, βιομηχανικό και οικονομικόεπιχειρησιακό κέντρο της χώρας. Βρίσκεται σε Β πλάτος 37° 58’ 20,1’’ και μήκος 23° 42’ 58,815’’ Α του Γκρίνουιτς. Στην …   Dictionary of Greek

  • Σούνιο — I Τοποθεσία της Αττικής στο νοτιότατο άκρο της, όπου βρίσκεται και το ομώνυμο ακρωτήριο. Στην αρχαιότητα το Σ. ήταν ένας από τους αττικούς δήμους, που αποτελούσαν την πόλη των Αθηνών. Στο Σ. υπήρχαν επίσης δύο ιερά, ένα του Ποσειδώνα, του οποίου… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • ακρόπολη — Οχυρή θέση, συνήθως ύψωμα (λόφος), που στην Ελλάδα και την ηπειρωτική και τα νησιά αλλά και στη δυτική Μικρά Ασία, στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, από τους πανάρχαιους χρόνους, το χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι των γύρω συνοικισμών ως καταφύγιο σε …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο Ακροπόλεως (Αθηνών) — Κατατάσσεται ανάμεσα στα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου για την ιστορία της τέχνης. Στη συλλογή του συμπεριλαμβάνονται μερικά από τα ομορφότερα έργα της πλαστικής τέχνης της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου. Κανένας φιλότεχνος δεν πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Εθνικό Αρχαιολογικό (Αθηνών) — Το κτίριο της οδού Πατησίων 44 που στεγάζει το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας άρχισε να χτίζεται το 1866, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Παναγή Κάλκου, σε σχέδια του Ludwig Lange. Η αποπεράτωση της πρώτης οικοδομικής φάσης, με ορισμένες… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»