Перевод: с английского на греческий

с греческого на английский

ἄμυλος

  • 1 Cake

    subs.
    Ar. πλακοῦς, ὁ, μυλος, ὁ.
    Of barley: Ar. and P. μᾶζα, ἡ.
    Cakes of fresh dough: P. νεήλατα, τά.
    Twisted cakes: P. στρεπτά, τά.
    Lump: P. and V. θρόμβος, ὁ (Plat.).
    ——————
    v. trans.
    P. συμφύρειν, P. and V. φρειν, φυρᾶν.
    Caked with: P. and V. πεφυρμένος (dat.) (Xen.), συμπεφυρμένος (dat.) (Plat.), V. ναπεφυρμένος (dat.).

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Cake

См. также в других словарях:

  • άμυλος — ἄμυλος, ον (Α) 1. αυτός που δεν αλέστηκε σε μύλο 2. (το αρσ. ή το ουδ. ως ουσ.) ὁ ἀμυλος ή τὸ ἄμυλον α) πίτα από λεπτό αλεύρι β) πολτώδες παρασκεύασμα που τρώγεται, κουρκούτι 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἄμυλον βλ. άμυλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερ. + μύλη… …   Dictionary of Greek

  • ἄμυλος — not ground at the mill masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμυλον — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem acc sg ἄμυλος not ground at the mill neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλοιο — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλοις — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλοισι — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλοισιν — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλου — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλους — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλων — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλῳ — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»