Перевод: с греческого на русский

с русского на греческий

δέλφαξ

См. также в других словарях:

  • δέλφαξ — pig fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφαξ — ο (Α δέλφαξ, ο, η) νεοελλ. μικρό πηδητικό Έντομο τής οικογένειας τών δελφακιδών αρχ. χοίρος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δέλφαξ, που σχηματίζεται όπως τα κόραξ, σκύλαξ κ.ά., είναι αβέβαιης ετυμολογίας. Υποστηρίχθηκε ότι προήλθε από κάποια αρχαία λ. με σημ.… …   Dictionary of Greek

  • δελφάκων — δέλφαξ pig fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακα — δέλφαξ pig fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακας — δέλφαξ pig fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακες — δέλφαξ pig fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακι — δέλφαξ pig fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακος — δέλφαξ pig fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακ' — δέλφακα , δέλφαξ pig fem acc sg δέλφακι , δέλφαξ pig fem dat sg δέλφακε , δέλφαξ pig fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελφακίνη — δελφακίνη, η (Α) [δέλφαξ] η δέλφαξ …   Dictionary of Greek

  • Vulva — mit originärer Schambehaarung; die äußeren Schamlippen verdecken die inneren Schamlippen, den Scheideneingang und die Klitoris …   Deutsch Wikipedia

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»