Перевод: со всех языков на английский

с английского на все языки

kihlakunnanoikeus

  • 1 kihlakunnanoikeus

    yks.nom. kihlakunnanoikeus; yks.gen. kihlakunnanoikeuden; yks.part. kihlakunnanoikeutta; yks.ill. kihlakunnanoikeuteen; mon.gen. kihlakunnanoikeuksien; mon.part. kihlakunnanoikeuksia; mon.ill. kihlakunnanoikeuksiin
    Rural District Court (noun)
    * * *
    • circuit court
    • district court
    • rural district court

    Suomi-Englanti sanakirja > kihlakunnanoikeus

См. также в других словарях:

  • Φινλανδία — H Φινλανδία, που οι Φινλανδοί την αποκαλούν «Σουόμι», απλώνεται στο βορειοδυτικό άκρο της μεγάλης ρωσικής πεδιάδας και προβάλλει με χίλια χιλιόμετρα παραλίας, στους κόλπους της Φινλανδίας (Φιννικός) και της Bοθνίας (Bοθνικός). Tα ηπειρωτικά… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»