Перевод: со всех языков на греческий

с греческого на все языки

ὀδάξ

  • 1 Snap

    v. trans.
    Bite: P. and V. δάκνειν.
    Snap at: V. ὀδὰξ αἱρεῖν (acc.), Ar. ὀδὰξ λαβέσθαι (gen.); see Bite.
    Snap up: P. and V. ναρπάζειν.
    Break off: P. and V. πορρηγνύναι, P. ἀνακλᾶν, κατακλᾶν, Ar. συγκλᾶν; see Break off (Break).
    V. intrans. Use passives of verbs given.
    If his tackling strained or snapped entirely: P. πονησάντων αὐτῷ τῶν σκευῶν ἢ καὶ συντριβέντων ὅλως (Dem. 293).
    Snap one's fingers at: met., see Disregard.
    ——————
    subs.
    Bite: P. and V. δῆγμα, τό (Xen. also Ar.).
    Sharp noise: P. and V. κρότος, ὁ.

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Snap

  • 2 Bite

    v. trans.
    P. and V. δάκνειν.
    Take between the teeth: P. and V. ἐνδάκνειν, P. συνδάκνειν (Xen.).
    Bite the dust: V. ὀδὰξ αἱρεῖν γαῖαν (Eur., Phoen. 1423).
    Make to bite the dust: Ar. κατασποδεῖν (also Æsch., Theb. 809, in perf. part. pass.).
    ——————
    subs.
    P. and V. δῆγμα, τό (Xen., also Ar.), V. χραγμα, τό.

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Bite

  • 3 Dust

    subs.
    P. and V. κόνις, ἡ.
    Ashes: P. and V. τέφρα, ἡ (Eur., Cycl. 641), V. σποδός, ἡ.
    Ashes of the dead: V. σποδός, ἡ; see Ashes.
    Cloud of dust: Ar. and P. κονιορτός, ὁ.
    Raise dust, v.: V. κονειν (absol.).
    Covered with dust: Ar. κεκονιμένος.
    Bite the dust: V. ὁδὰξ αἱρεῖν γαῖαν.
    Make to bite the dust: Ar. κατασποδεῖν (also Æsch., Theb. 809, in perf. part. pass.).

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Dust

  • 4 Tooth

    subs.
    P. and V. ὀδούς, ὁ.
    With the teeth, adv.: Ar. and V. ὀδάξ.
    With a single tooth, adj.: V. μονόδους.
    Have one's teeth set on edge, v.: P. αἱμωδιᾶν ( Aristotle).
    Set the teeth on edge, met.: use disgust.
    Show the teeth: Ar. σεσηρέναι (perf. of σαίρειν).
    Take the bit in the teeth: P. ἐνδάκνειν χαλινόν (Plat.), V. ἐνδάκνειν στόμια.
    Tooth of a wedge: V. σφηνὸς γνθος, ἡ (Æsch., P. V. 64).
    Cast in one's teeth: P. and V. ἐπιπλήσσειν (τί τινι), ἐπαιτιᾶσθαί (τινά τινος), ὀνειδίζειν (τί τινι).

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Tooth

См. также в других словарях:

  • οδάξ — ὀδάξ (Α) επίρρ. (κυρίως ως έκφραση πόνου ή έμμονης και μεγάλης οργής) με τα δόντια, δαγκωτά. [ΕΤΥΜΟΛ. Το επίρρ. ὀδάξ, κατά την επικρατέστερη άποψη, προέρχεται από συμφυρμό τού ὀδών* και τού ρ. δάκνω «δαγκώνω», με επιρρμ. κατάλ. –αξ (πρβλ. λάξ,… …   Dictionary of Greek

  • ὀδάξ — by biting with the teeth indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδαχώ — ἀδαχῶ ( έω) (Α) ξύνω με τα νύχια μου, γρατσουνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντί *ὀδαχῶ < επίρρ. ὀδὰξ* (= δαγκώνοντας, με τα δόντια), με προληπτική αφομοίωση τού ο προς το α η δασύτητα (χ αντί κ) αναλογική (ρηματ. τύποι σε ξω, ξα μπορεί να ανάγονται σε… …   Dictionary of Greek

  • οδακτάζω — ὀδακτάζω (ΑΜ, Α και ὀδακτίζω) δαγκώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. μαρτυρείται παρλλ. προς το επίρρ. ὀδάξ «με τα δόντια» και έχει σχηματιστεί κατά τα ρ. σε τάζω (πρβλ. κυπτάζω). Ο τ. ὀδακτίζω < ὀδάξ, κατά τα ρήματα σε τίζω (πρβλ. λακ τίζω) βλ. και λ. οδάξ] …   Dictionary of Greek

  • κνώδακας — ο (Α κνώδαξ, ακος) νεοελλ. (μηχανολ.) στοιχείο μηχανής το οποίο περιστρέφεται ή παλινδρομεί επιβάλλοντας έτσι προδιαγεγραμμένη κίνηση σε άλλο εφαπτόμενο στοιχείο, αλλ. έκκεντρο αρχ. 1. άξονας («καθάπερ ἐπὶ κνώδακος τῆς τοῡ δευτέρου σπονδύλου… …   Dictionary of Greek

  • Odax acroptilus — Systematik Barschverwandte (Percomorpha) Ordnung: Barschartige (Perciformes) …   Deutsch Wikipedia

  • SILENUS — I. SILENUS Bacchi nutritius et Paedagogus, semper asinô vehi solitus: quem Aratus, in gratiam alumm, inter sidera translatum dicit. Silenos vero provectioris aetatis Satyros dici, affirmat Pausan. l. 1. quos ebrios, ut plurimum, fingunt. Unde… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δαξ — δὰξ επίρρ. (Α) οδάξ*, με τα δόντια. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δακ τού δακείν, απαρμφ. αορ. τού δάκνω για τον σχηματισμό πρβλ. και αρχ. επιρρήματα πυξ «με τις πυγμές», λαξ «με λακτίσματα, κλοτσιές» κ.τ.ό.] …   Dictionary of Greek

  • εμφύω — (AM ἐμφύω) 1. φυτρώνω ή φυτεύω μέσα σε κάτι 2. μέσ. προσκολλώμαι σε κάτι ή σε κάποιον, γατζώνομαι, πιάνομαι («παλαιστρικῶν ἀνδρῶν τεχνωμένων κνήμαιν περιπλέγδην ἐμφύεσθαι», Ευστ.) μσν. 1. ενεργ. κάνω να φυτρώσει 2. μέσ. ξεφυτρώνω, παρουσιάζομαι… …   Dictionary of Greek

  • ευράξ — εὐράξ (Α) επίρρ. 1. πλαγίως, στα πλάγια 2. φρ. «εὐράξ πατάξ» αναφώνηση, επιφώνημα προς εκδίωξη πτηνών. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ευράξ (πρβλ. λαξ, οδάξ, παξ), συσχετίστηκε με τον τ. ευρύς*, εξ ου και η λ. ερμηνεύθηκε «εκ πλαγίου». Άλλοι τή θεωρούν ως… …   Dictionary of Greek

  • λαξ — (Α λάξ) επίρρ. νεοελλ. φρ. «πυξ και λαξ» ή «πυξ λαξ» με γροθιές και με κλοτσιές («πυξ λαξ τόν έδιωξαν από το σπίτι») αρχ. με το πόδι, με τη φτέρνα (α. «λὰξ ἐν στἡθεσι βὰς ἐξέσπασε μείλινον ἔγχος», Ομ. Ιλ. β. «ἀθέῳ ποδὶ λὰξ ἀτίσης», Αισχύλ.).… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»