Перевод: с греческого на русский

с русского на греческий

ἔμ-ψοφος

См. также в других словарях:

  • ψόφος — noise masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψόφος — (I) ο, ΝΜΑ αμβλύς, υπόκωφος ήχος νεοελλ. φρ. «μυϊκός ψόφος» φυσιολ. ακροαστικό φαινόμενο, αισθητό επάνω από έναν μυ που παρουσιάζει τετανική συστολή αρχ. 1. ισχυρός θόρυβος, κρότος, πάταγος 2. ήχος μουσικού οργάνου 3. άναρθρος ήχος ζώου 4.… …   Dictionary of Greek

  • ψόφος — ο 1. θάνατος ζώων: Έχει πέσει μεγάλος ψόφος στα πρόβατά του. 2. φρ., «Kακόν ψόφο να χεις», αποτελεί κατάρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψόφοι — ψόφος noise masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψόφοις — ψόφος noise masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψόφοισι — ψόφος noise masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψόφον — ψόφος noise masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψόφου — ψόφος noise masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψόφους — ψόφος noise masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψόφων — ψόφος noise masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψόφῳ — ψόφος noise masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»