Перевод: с греческого на английский

ἄσχετοι

См. также в других словарях:

  • ἄσχετοι — ἄσχετος not to be checked masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μιμητισμός — Η ικανότητα πολλών ζώων και φυτών να παίρνουν μορφές, χρώματα, στάσεις, χαρακτηριστικά άλλων ειδών ή αντικειμένων του εξωτερικού περιβάλλοντος. Η μίμηση αυτή ενεργεί ως προστατευτικό καμουφλάρισμα, όταν συντελεί στην προστασία από τις επιθέσεις… …   Dictionary of Greek

  • Γεφυρείς — Αρχαίος δήμος της Αττικής, κοντά στην Ιερά Οδό, που τον αποτελούσαν γηγενείς Αθηναίοι. Οι κάτοικοι του δήμου είναι άσχετοι με τους Γεφυραίους (βλ. λ. Γεφυραίοι) …   Dictionary of Greek

  • Μπαρμπερίνι — (Barberini). Επώνυμο ιστορικής ιταλική οικογένεια από τη Φλωρεντία, μέλη της οποίας πήραν ενεργό μέρος στην πολιτική και θρησκευτική κίνηση του 17ου αι. Γενάρχης της οικογένειας θεωρείται ο Αντόνιο M., που πέθανε το 1571 στη Φλωρεντία.… …   Dictionary of Greek

  • ντεκανταντισμός — Όρος που αρχικά δήλωνε ένα γαλλικό λογοτεχνικό ρεύμα που εμφανίστηκε το 1880 με βάση τις μεταρομαντικές ποιητικές θεωρίες και ως πολεμική εναντίον των παρνασσιακών. Στην πραγματικότητα decadents (παρηκμασμένοι) ονομάστηκαν από τους αντιπάλους… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»