Перевод: с греческого на все языки

ἀμί

См. также в других словарях:

  • ἀμί — ἀμίς chamber pot fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιμήτως — ἀμῑμήτως , ἀμίμητος inimitable adverbial ἀμῑμήτως , ἀμίμητος inimitable masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιξία — ἀμῑξίᾱ , ἀμιξία a being fem nom/voc/acc dual ἀμῑξίᾱ , ἀμιξία a being fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιξίας — ἀμῑξίᾱς , ἀμιξία a being fem acc pl ἀμῑξίᾱς , ἀμιξία a being fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιξίᾳ — ἀμῑξίαι , ἀμιξία a being fem nom/voc pl ἀμῑξίᾱͅ , ἀμιξία a being fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμίμητον — ἀμί̱μητον , ἀμίμητος inimitable masc/fem acc sg ἀμί̱μητον , ἀμίμητος inimitable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιμήτοις — ἀμῑμήτοις , ἀμίμητος inimitable masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιμήτου — ἀμῑμήτου , ἀμίμητος inimitable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιμήτους — ἀμῑμήτους , ἀμίμητος inimitable masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιμήτων — ἀμῑμήτων , ἀμίμητος inimitable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιμήτῳ — ἀμῑμήτῳ , ἀμίμητος inimitable masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»