Перевод: с русского на греческий

с греческого на русский

он+назвал+сына+мухамедом

  • 1 боготворить

    ρ.δ.μ.
    1. λατρεύω (σαν το θεό)•

    мать -ит своего сына η μάνα λατρεύει το παιδί της.

    2. θεοποιώ•

    египтяне -ли быка аписа οι Αιγύπτιοι λάτρευαν για θεό τον Απιδον ταύρο.

    Большой русско-греческий словарь > боготворить

  • 2 вооружить

    -жу, -ижишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. -жённый, βρ: -жён, -жена, -жено ρ.σ.μ.
    1. οπλίζω, εξοπλίζω, αρματώνω•

    вооружить армию εξοπλίζω το στρατό•

    вооружить винтовкой οπλίζω με ντουφέκι.

    2. εφοδιάζω•

    вооружить промышленность новой техникой εξοπλίζω τη βιομηχανία με νέα τεχνική.

    || παρέχω, δίνω•

    вооружить учеников знаниями εφοδιάζω τους μαθητές με γνώσεις.

    3. παρακινώ, προτρέπω, διαθέτω εχθρικά, στρέφω κατά•

    вооружить сына против отца στρέφω το γιο κατά του πατέρα.

    1. οπλίζομαι, εξοπλίζομαι, αρματώνομαι. || μτφ. εφοδιάζομαι (με γνώσεις, πληροφορίες (κ.τ.τ.).
    2. ξεσηκώνομαι, εξεγείρομαι.
    εκφρ.
    вооружить терпением, твердостью – εξοπλίζομαι με υπομονή, σταθερότητα.

    Большой русско-греческий словарь > вооружить

  • 3 вскормить

    -млю, -мишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. вскормленный, βρ: -лен, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    τρέφω, μεγαλώνω (ζώα, πτηνά). || ανατρέφω, διαπαιδαγωγώ•

    вскормить героя-сына ανατρέφω παιδί-ήρωα.

    Большой русско-греческий словарь > вскормить

  • 4 встревожить

    -жу, -жишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. встревоженный, βρ: -жен, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    εμφοβίζω, εμβάλλω, εμπνέω φόβο, ανησυχία, ανησυχώ, ταράσσω, σκιάζω•

    его -ли слухи τον φόβισαν οι φήμες.

    φοβούμαι, κατέχομαι από φόβο, ανησυχώ, ταράσσομαι, με κατατρύχει ο φόβος•

    отец -лся за сына ο πατέρας φοβήθηκε για το παιδί.

    Большой русско-греческий словарь > встревожить

  • 5 дожить

    -живу, -жившь, παρλθ. χρ. дожил, -ла, -ло, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. дожитый, βρ: -жит, -а, -ο ρ.σ.
    1. ζω ως•

    -до возвращения сына ζω ως το γυρισμό του γιου•

    он не -вт до весны αυτός δε θα ζήσει ως την άνοιξη.

    || φτάνω, καταντώ, περιέρχομαι σε κατάσταση•

    до чего он -йл! που έφτασε! πως κατάντησε να ζει!

    2. περνώ, διαβιώ•

    он -ил лето на даче πέρασε αυτός στην έπαυλη όλο το καλοκαίρι.

    3. ξοδεύω για να ζήσω•

    дожить последние деньги ξοδεύω για να ζήσω και τα τελευταία χρήματα.

    Большой русско-греческий словарь > дожить

  • 6 заботить

    -очу, -отишь
    ρ.δ.μ. ανησυχώ, με ανησυχεί, με τρώει η σκέψη• φοβούμαι•

    отца -ла судьба своего сына τον πατέρα ανησυχούσε η τύχη του παιδιού του•

    это его мало -ит αυτό λίγο τον ανησυχεί.

    1. ανησυχώ, φοβούμαι.
    2. ενδιαφέρομαι, φροντίζω, μεριμνώ, κοιτάζω, νοιάζομαι•

    я нимало не -чусь о нем καθόλου δε φροντίζω γι’ αυτόν•

    он мало --ится о своем здоровье αυτός λίγο ενδιαφέρεται για την υγεία του•

    заботить о чьих выгодах φροντίζω για τα συμφέροντα κάποιου.

    Большой русско-греческий словарь > заботить

  • 7 записать

    -пишу, -пишешь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. записанный, βρ: -сан, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    1. γράφω•

    записать доклад γράφω την εισήγηση•

    записать адрес γράφω τη διεύθυνση.

    2. εγγράφω (σε ταινία, δίσκο).
    3. εγγράφω σε κατάλογο, πρακτικό κ.τ.τ. записать сына в школу εγγράφω το γιο στο σχολείο•

    -ште это за мною γράψτε το στο λογαριασμό μου.

    || σημειώνω.
    4. γράφω στο όνομα, διαθέτω, κληροδοτώ•

    записать дом на жене γράφω το σπίτι στη γυναίκα.

    5. μουντζουρώνω•

    записать всю страницу каракулями γεμίζω όλη τη σελίδα με ορνιθοσκαλίσματα.

    6. αρχίζω να γράφω κλπ. ρ. βλ. писать.
    1. εγγράφομαι.
    2. παραγράφω, γράφω πολλή ώρα•

    -лся, шея болит παράγραψα, ο λαιμός μου πονά.

    || κουράζομαι από το πολύ γράψιμο• με τραβάει το γράψιμο.

    Большой русско-греческий словарь > записать

  • 8 захватить

    -ачу, -атишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. захваченный, βρ: -чен, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    1. παίρνω•

    захватить горсть орехов παίρνω μια φούχτα καρύδια•

    захватить порцию табака παίρνω μια τσιγαριά καπνό•

    поезд успел захватить всех пассажиров το τραίνο μπόρεσε•

    паи πήρε όλους τους επιβάτες,

    2. παίρνω μαζί μου•

    захватить сына в театр παίρνω το γιο στο θέατρο.

    3. μολύνομαι, πιάνω, αρπάζω αρρώστια.
    4. καταλαβαίνω•

    захватить власть παίρνω την εξουσία.

    || παίρνω, καταλαβαίνω (χώρο, έκταση).
    5. (επ)εκτείνομαι.
    6. μτφ. κυριεύομαι, κατέχομαι, καταλαμβάνομαι (από πάθος, αισθήματα κ.τ.τ.).
    7. επιπίπτω, βρίσκω•

    нас -ил дождь μας έπιασε βροχή• захватить кого-н. дома βρίσκω κάποιον στο σπίτι•

    захватить ночь θα πιάσει η νύχτα, θα νυχτώσει• -.врасплох αιφνιδιάζω.

    || συλλαμβάνω•

    захватить преступника πιάνω τον εγκληματία.

    8. επεμβαίνω, επιλαμβάνομαι, προλαβαίνω.
    εκφρ.
    дух (ή дакание) -ло (ή захватывает) – μου πιάστηκε (μου πιάνεται) η αναπνοή.

    Большой русско-греческий словарь > захватить

  • 9 зачать

    -чну, -чншь, παρλθ. χρ. зачал
    -ла, -ло
    ρ.σ.μ. πιάνω, συλλαμβάνω, μένω έγκυα•

    зачать сына, дочь πιάνω αγόρι, κορίτσι.• сын был зачат в ночь το παιδί πιάστηκε τη νύχτα.

    πιάνομαι κλπ. ρ. ενεργ. φ.
    ρ.σ.
    (απλ.) αρχίζω, κάνω αρχή.
    αρχίζω, κάνω αρχή.

    Большой русско-греческий словарь > зачать

  • 10 мобилизовать

    -зую, -зуешь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. мобилизованный, βρ: -ван, -а, -о
    ρ.δ.κ.σ.μ. κινητοποιώ• επιστρατεύω•

    мобилизовать армию κινητοποιώ το στρατό•

    мобилизовать мэ.ссы κινητοποιώ τις μάζες•

    его сына -ли το γιο του τον επιστράτευσαν.

    κινητοποιούμαι επιστρατεύομαι.

    Большой русско-греческий словарь > мобилизовать

  • 11 назвать

    -зову, -зовёшь, παρλθ. χρ. назвал, -ла, -ло, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. названный, βρ: -ван, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    1. ονομάζω, δίνω το όνομα, ονοματίζω, καλώ, λέγω, βγάζω το όνομα• χαρακτηρίζω, λέγω•

    назвать кого дураком λέγω κάποιον βλάκα.

    2. φωνάζω•

    назвать кого по имени φωνάζω κάποιον στο όνομα.

    || κατονομάζω. || τιτλοφορώ.
    3. ανακοινώνω, γνωστοποιώ, λέγω, ομολογώ•

    не -ал их фамилии δεν αποκάλυψε τα επώνυμάτά τους.

    ονομάζομαι, καλούμαι, λέγομαι κλπ. ρ. ενεργ. φ.
    (γραμμ. στοιχ. βλ. назвать 1)
    προσκαλώ•

    назвать гостей προσκαλώ πολλούς φιλοξενουμένους.

    προσκαλούμαι.

    Большой русско-греческий словарь > назвать

  • 12 назначить

    ρ.σ.μ.
    1. καθορίζω, ορίζω, προσδιορίζω•

    назначить день отъезда ορίζω τη μέρα αναχώρησης•

    назначить свидание ορίζω συνάντηση•

    назначить цену ορίζω την τιμή•

    назначить срок καθορίζω προθεσμία•

    назначить собрание προσδιορίζω συνέλευση•

    назначить себе преемника ορίζω διάδοχο μου.

    2. προορίζω•

    назначить сына в военную службу προορίζω το γ ιό για στρατιωτικό.

    3. διορίζω•

    назначить на пост министра διορίζω υπουργό.

    || αναθέτω•

    ему -ли несложную работу του ανάθεσαν ελαφρά δουλειά.

    4. συσταίνω, υποδείχνω (για φάρμακα, θεραπεία κ.τ.τ.).
    5. προκαθορίζω.

    Большой русско-греческий словарь > назначить

  • 13 одеть

    одену, оденешь, προστκ. одень, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. одетый, βρ: одет, -а, -о.
    ρ.σ.μ.
    1. ντύνω•

    одеть ребнка ντύνω το παιδάκι.

    || στολίζω. || εξασφαλίζω από ρούχα•

    одеть свою семью ντύνω την οικογένεια μου.

    2. μτφ.. καλύπτω, σκεπάζω. || τυλίγω, περιβάλλω (για ομίχλη, σκοτάδι κ.τ.τ.)•
    3. σκεπάζω•

    одеть сына •

    одеялом σκεπάζω το παιδί με το πάπλωμα.

    1. ντύνομαι•

    тепло одеть ντύνομαι ζεστά•

    дурно (безвкусно) одеть ντύνομαι ακαλλαίσθητα.

    || εξασφαλίζομαι από ρούχα.
    2. μτφ. καλύπτομαι, σκεπάζομαι με (πρασινάδα, φυλλωσιά κ.τ.τ.). || τυλίγομαι, περιβάλλομαι (για ομίχλη σκοτάδι κ.τ.τ.).
    3. σκεπάζομαι (στον ύπνο)•

    одеялом σκεπάζομαι με το πάπλωμα.

    Большой русско-греческий словарь > одеть

  • 14 определить

    ρ.σ.μ., παθ. μτχ. παρλθ. χρ. определенный, βρ: -лен, -лена, -лено.
    1. καθορίζω, προσδιορίζω•

    определить направление ветра προσδιορίζω την κατεύθυνση του άνεμου•

    обязанности каждого καθορίζω τις υποχρεώσεις του καθενός.

    || κάνω διάγνωση•

    определить болезнь κάνω διάγνωση της ασθένειας.

    (μαθ.) βρίσκω, λογαριάζω•

    определить треугольник, угол προσδιορίζω το τρίγωνο, τη γωνία.

    || διασαφηνίζω, διευκρινίζω, ξεδιαλύνω, ξεκαθαρίζω,
    2. χαρακτηρίζω, διατυπώνω, ορίζω, δίνω ορισμό•

    определить искусство δίνω τον ορισμό της Τέχνης.

    3. σημειώνω, διαγράφω•

    определить пунктиром линию раз-рза καθορίζω στικτώς τη γραμμή κοπής.

    4. καθιερώνω. || αποφασίζω, βγάζω απόφαση. || χορηγώ, παρέχω, δίνω. || μτφ. προετοιμάζω, προαποφασίζω, προκαθορίζω.
    5. διορίζω, τοποθετώ• ονομάζω• βάζω•

    его -ли в судьи τον ονόμασαν δικαστή•

    отец -ил сына в сапожника ο πατέρας έβαλε το γιο να μάθει τσαγκάρης.

    1. καθορίζομαι, προσδιορίζομαι• διασαφηνίζομαι, διευκρινίζομαι, ξεδιαλύνομαι, ξεκαθαρίζομαι. || σχηματίζομαι, διαμορφώνομαι πλήρως•

    характер -лся ο χαρακτήρας διαμορφώθηκε πλήρως.

    2. προσανατολίζομαι.
    3. κατατάσσομαι, τοποθετούμαι κρίνομαι• μπαίνω•

    -в военную службу μπαίνω στη στρατιωτική υπηρεσία•

    определить в пехоту κατατάσσομαι στο πεζικό•

    определить в команду корабля πιάνω δουλειά στο καράβι (γίνομαι μέλος του πληρώματος).

    Большой русско-греческий словарь > определить

  • 15 отдать

    -дам, -дашь, -даст, -дадим, -дадите, дадут, παρλθ. - χρ. отдал
    -ла, -ло η προστκ. отдай, μτχ. παρλθ. χρ. отдавший, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. отданный, -дан, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    1. αποδίδω, επαναδίδω, δίνω πίσω, επιστρέφω, ξαναδίνω, γυρίζω πίσω•

    отдать книги в библиотеку επιστρέφω τα βιβλία στη βιβλιοθήκη•

    отдать долг δίνω το χρέος.

    2. παραδίνω, εγχειρίζω. || παραχωρώ. || μτφ. ξοδεύω, δαπανώ καταναλώνω: αφιερώνω•

    отдать делу все свой силы δίνω για την υπόθεση όλες τις δυνάμεις μου.

    || θυσιάζω, δίνω για χάρη. || παραδίνω•

    отдать город неприятелю παραδίνω την πόλη στον εχθρό.

    || όίνω, παραδίνω•

    отдать туфли на ремонт δίνω τα παπούτσια για επιδιόρθωση•

    отдать платье на чистку όίνω το φόρεμα για καθάρισμα.

    || βάζω, στέλλω, παραδίνω•

    отдать ребнка на воспитание παραδίνω το παιδάκι για διαπαιδαγώγηση•

    сына в школу βάζω (στέλλω) το γιο στο σχολείο.

    || παντρεύω•

    в двадцать лет е -ли замуж στα είκοσι χρόνια την πάντρεψαν.

    || παραπέμπω•

    отдать в суд παραδίνω στο δικαστήριο.

    3. πουλώ•

    я -ал вещь за пятьдесять рублей πούλησα το πράγμα για πενήντα ρούβλια.

    || πληρώνω•

    за костюм он -ал сто рублей για το κοστούμι αυτός πλήρωσε εκατό ρούβλια.

    4. (με μερικά ρ. ενεργ. φ. αποδίδεται με ρ. παίρνοντας τη σημ. του ουσ.): отдать приказ (приказание) διατάζω•

    отдать под заклад ενεχυριάζω (βάζω ως ενέχυρο)•

    отдать внам ενοικιάζω•

    отдать визит επισκέπτομαι•

    отдать якорь αγκυροβολώ•

    отдать поклон υποκλίνομαι.

    5. τινάζω, κλωτσώ (αποτην εκπυρσοκρότηση)•

    ружьё -ло в плечо το όπλο με τίναξε στον ώμο.

    || προκαλώ πόνο•

    -ло в спину μου προκάλεσε πόνο στη ράχη.

    6. αμολάρω, ξελασκάρω, χαλαρώνω, ξεσφίγγω•

    отдать повод αμολάρω τα χαληνά (χαλαρώνω τα ηνία).

    || στρέφω, γυρίζω (στο πλευρό).
    7. αμ. αναμερίζω, κάνω•

    -ай назад κάνε πίσω.

    εκφρ.
    отдать руку дочери – δίνω το χέρι της κόρης (την παντρεύω).
    1. παραδίδομαι•

    он -лся в их распоряжение αυτός παραδόθηκε στη διάθεσήτους•

    неприятель -лся победителю ο εχθρός παραδόθηκε στο νικητή.

    2. αφοσιώνομαι, επιδίδομαι, προσηλώνομαι, εγκύπτω, απορροφούμαι.
    3. (για γυναίκα)• παραδίδομαι, υποκύπτω•

    она -лась ему αυτή παραδόθηκε σ αυτόν.

    4. (για ήχο) αντηχώ, αντιλαλώ. || βρίσκω απήχηση, προξενώ αίσθημα συμπάθειας, λύπης κ.τ.τ.

    Большой русско-греческий словарь > отдать

  • 16 родить

    рожу, родишь, παρλθ. χρ. родила κ.δ. родила, родило, παθ. μτχ; παρλθ. χρ. рождённый, βρ: -дён, -дена, -дено ρ.δ.κ.σ.μ.
    1. γεννώ, τίκτω• κάνω•

    онэ. -ла сына αυτή έκανε γιό•

    она никогда не родила (αμ.) αυτήποτέ δε γέννησε.

    || φέρω στη ζωή•

    он -ил восемь сыновей αυτός έκανε οχτώ γιους.

    2. μτφ. δημιουργώ, προξενώ, φέρω•

    беда беду -ит το ένα κακό φέρει το άλλο.

    3. αμ. παράγω, αποδίδω, καρποφορώ•

    каменистая земля мало -ит το πετρώδες έδαφος λίγο αποδίδει.

    1. γεννιέμαι•

    каждый год у не -лись дети κάθεχρόνο αυτή γεννούσε κι από ένα παιδί•

    я -лся в 1916 году γεννήθηκα το 1916.

    2. μου έρχεται, μου κατεβαίνει•

    в тот час у него родитьлась идея εκείνη τη στιγμή του γεννήθηκε η ιδέα.

    3. γίνομαι, ευδοκιμώ, προκόβω•

    пшеница родитьласъ хорошо το σιτάρι πρόκοψε.

    εκφρ.
    - лся (родитьлась) в рубашке (в сорочке) – γεννήθηκε θεόφτωχος (όμως ευδοκίμησε).

    Большой русско-греческий словарь > родить

  • 17 узнать

    узнаю, узнаешь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. узнанный, βρ: узнан, -а, -о ρ.σ.μ.
    1. μαθαίνω, πληροφορούμαι•

    я -ал об этом от брата έμαθα γι αυτό από τον αδερφό μου•

    я -ал е тайну έμαθα το μυστικό της•

    узнать новость μαθαίνω το νέο•

    поздно -ла мать о ранении сына αργά πληροφορήθηκε η μάνα τον τραυματισμού του γιου της•

    узнать правду μαθαίνω την αλήθεια•

    от кого вы это -ли? από ποιόν το μάθατε αυτό;

    2. γνωρίζω•

    узнать е характер γνωρίζω το χαρακτήρα της•

    узнать друг друга γνωρίζομε ο ένας τον άλλον (το χαρακτήρα, το ποιόν).

    3. δοκιμάζω, υφίσταμαι, περνώ•

    он -ал нищету αυτός δοκίμασε τη φτώχεια.

    || (ως απειλή)• βλέπω•

    -ешь θα μάθεις, θα δεις•

    -ет θα μάθει, θα δει.

    4. αναγνωρίζω•

    евриклия узнала одиссея от его шрама на ноге η Ευρίκλεια γνώρισε τον Οδυσσέα από την ουλή στο πόδι. -свою вешь (ανα)γνωρίζω το πράγμα μου.

    μαθαίνομαι, πληροφορούμαι; γίνομαι γνωστός•

    узнать это скоро -лось αυτό γρήγορα μαθεύτηκε.

    Большой русско-греческий словарь > узнать


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»