Перевод: с русского на все языки

ия η βακτηριολογία

См. также в других словарях:

  • βακτηριολογία — Η επιστήμη που στην αυστηρή της έννοια σημαίνει τη μελέτη των βακτηρίων. Συνήθως όμως, με τον όρο β. υπονοείται και η μελέτη όλων των μικροβιακών οργανισμών, δηλαδή συνώνυμη με τη μικροβιολογία. * * * η κλάδος της μικροβιολογίας που ασχολείται… …   Dictionary of Greek

  • βακτηριολογία — η κλάδος της μικροβιολογίας που ασχολείται ειδικά με τα βακτήρια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek

  • βακτηριολογικός — ή, ό 1. ο σχετικός με τη βακτηριολογία 2. φρ. «βακτηριολογικός πόλεμος» ο μικροβιολογικός πόλεμος …   Dictionary of Greek

  • βακτηριολόγος — ο, η επιστήμονας ειδικός στη βακτηριολογία …   Dictionary of Greek

  • κολίμορφος — ο (βιολ. στη βακτηριολογία) στον πληθ. οι κολίμορφοι έχουν τη μορφή και τη χρωστική συμπεριφορά τού κολοβακτηριδίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. colimorphe < coli συντετμημένη μορφή τού colibacille (< col[o] < κόλον «μέρος τού… …   Dictionary of Greek

  • πυρονίνη — η, Ν συν. στον πληθ. οι πυρονίνες χημ. συνοπτική ονομασία μιας ομάδας χρωστικών υλών, αλάτων τού ξανθυλίου, που χρησιμοποιούνται κυρίως στη βακτηριολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pyronine < pyr (< πυρ) + κατάλ. on + κατάλ. τής… …   Dictionary of Greek

  • υπέρηχος — Ελαστική ταλάντωση ενός ορισμένου μέσου με συχνότητα ανώτερη των 15.000 20.000 Hz, δηλαδή ανώτερη από το πεδίο ακουστότητας του ανθρώπου (ήχος)· αν η συχνότητα είναι κατώτερη των 100.000 Hz, γίνεται αντιληπτή από ορισμένα χειρόπτερα, όπως π.χ.… …   Dictionary of Greek

  • Ντε Μπαρί, Χάινριχ Άντον — (Heinrich AntonDe Bary, Φρανκφούρτη 1831 – Στρασβούργο 1888). Γερμανός γιατρός και βοτανολόγος. Καθηγητής στα πανεπιστήμια Τίμπιγκεν, Φράιμπουργκ, Χάλε και Στρασβούργου και πρύτανης στο τελευταίο από το 1872 έως τον θάνατό του, διηύθυνε σπουδαίες …   Dictionary of Greek

  • βακτηριολογικός — ή, ό αυτός που έχει σχέση με τη βακτηριολογία: Ο γιατρός είπε στον άρρωστο να κάνει βακτηριολογική εξέταση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βακτηριολόγος — ο, η ο ειδικός στη βακτηριολογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»