Перевод: с русского на все языки

ия η αρχαιολογία

См. также в других словарях:

  • ἀρχαιολογία — ἀρχαιολογίᾱ , ἀρχαιολογία antiquarian lore fem nom/voc/acc dual ἀρχαιολογίᾱ , ἀρχαιολογία antiquarian lore fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιολογίᾳ — ἀρχαιολογίαι , ἀρχαιολογία antiquarian lore fem nom/voc pl ἀρχαιολογίᾱͅ , ἀρχαιολογία antiquarian lore fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρχαιολογία — Η επιστήμη που μελετά την αρχαιότητα μέσα από όλα τα μνημεία και τα υλικά κατάλοιπά της. Η α. επιδιώκει να αποκαταστήσει τις διάφορες εκδηλώσεις του αρχαίου κόσμου, αφήνοντας κατά μέρος όμως τις μαρτυρίες, που ανήκουν στη σφαίρα αρμοδιότητας της… …   Dictionary of Greek

  • αρχαιολογία — η η φιλολογική επιστήμη που ασχολείται κυρίως με τα μνημεία της αρχαίας τέχνης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀρχαιολογίας — ἀρχαιολογίᾱς , ἀρχαιολογία antiquarian lore fem acc pl ἀρχαιολογίᾱς , ἀρχαιολογία antiquarian lore fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιολογίαι — ἀρχαιολογία antiquarian lore fem nom/voc pl ἀρχαιολογίᾱͅ , ἀρχαιολογία antiquarian lore fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιολογίαν — ἀρχαιολογίᾱν , ἀρχαιολογία antiquarian lore fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιολογίαις — ἀρχαιολογία antiquarian lore fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Археология — I. Определение А. и значение для истории. Слово άρχαιολογία употреблено впервые Платоном: περί των γενών, ώ Σώκρατες, των τε ήρώων καί των αθρώπων, καί των κατοικησέων, ώς τό αρχαϊον εκτίσθησαν αί πόλεις, καί συλλήβδην πάσης τής άρχαιολογίας… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Археология — Археологические раскопки на территории кремля в Угличе …   Википедия

  • κρήτη — I Νησί (8.331 τ. χλμ., 601.131 κάτ.) της νοτιοανατολικής Μεσογείου, σε απόσταση περίπου 100 χλμ. ΝΑ της Πελοποννήσου. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Ελλάδας (δεύτερο είναι η Εύβοια με έκταση 3.658 τ. χλμ.), το πέμπτο της Μεσογείου …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»