Перевод: с русского на греческий

с греческого на русский

вывести

  • 1 вывести

    вывести 1) βγάζω, εξάγω 2) (исключить) διώχνω, βγάζω από \вывести из состава команды βγάζω από την ομάδα 3) (уничтожить ) βγάζω (пятна и т. п.)
    * * *
    1) βγάζω, εζάγω
    2) ( исключить) διώχνω, βγάζω από

    вы́вести из соста́ва кома́нды — βγάζω από την ομάδα

    3) ( уничтожить) βγάζω (пятна и т. п.)

    Русско-греческий словарь > вывести

  • 2 вывести(сь)

    вывести(сь)
    сов см. выводи́ть(ся).

    Русско-новогреческий словарь > вывести(сь)

  • 3 вывести

    -веду, -ведешь, παρλθ. χρ. вывел, -ла, -ло, μτχ. παρλθ. χρ. выведший, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. выведенный, βρ: -ден, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    1. μεταφέρω έξω, αποσύρω• βγάζω έξω,εκδιώκω•

    вывести войска из города αποσύρω τα στρατεύματα από την πόλη•

    вывести нарушителя спокойствия βγάζω έξω τον ταραχοποιό.

    || αποκλείω• вывести кого-н. из игры αποκλείω κάποιον από το παιγνίδι.
    2. βγάζω έξω οδηγώντας•

    вывести под руки βγάζω έξω από το χέρι.

    || μετοικίζω•

    вывести крестьян в незаселенные места μετοικίζω τους αγρότες σε απατόίκητα μέρη.

    3. βγάζω από μια κατάσταση•

    вывести из состояния покоя διαταράσσω, διασαλεύω.

    4. συνάγω, καταλήγω στη γνώμη, βγάζω συμπέρασμα κ.τ.τ. вывести формулу βγάζω τύπο (φόρμουλα).
    5. (για πτηνά) παράγω,εκκολάπτω•

    вывести цыплят βγάζω πουλάκια.

    6. (για ζώα) παράγω, δημιουργώ ράτσα• (γιά φυτά) παράγω, βγάζω ποικιλία•

    вывести засухоустойчивую пшеницу δημιουργώ (βγάζω) ποικιλία σιταριού ξηρασι|ανθεκτική.

    7. ανεγείρω, χτίζω, οικοδομώ.
    8. εξαλείφω, καθαρίζω•

    вывести пятна βγάζω τους λεκέδες.

    || εξοντώνω, εξολοθρεύω, καταστρέφω, ξεκάνω•

    вывести клопов καταστρέφω τους κοριούς•

    вывести сорняки καταστρέφω τα ζιζάνια.

    9. σχεδιάζω, γράφω• τραγουδώ, εκτελώ με ζήλο•

    вывести узоры διακοσμώ, φτιάχνω στολίδια.

    10. παρασταίνω, απεικονίζω (σε φιλολογικό έργο).
    εκφρ.
    вывести наружу – φανερώνω, αποκαλύπτω, βγάζω στα φόρα•
    вывести в лвди – βγάζω, (προωθώ) στην κοινωνία•
    вывести из себя – κάνω κάποιον να γίνει εκτός εαυτού (να χάσει την αυτοκυριαρχία του)•
    вывести из терпения – κάνω (φέρω στο σημείο) να χάσει την υπομονή (να εξοργιστεί)•
    вывести на дорогу – βγάζω στο σωστό δρόμο (της ζωής)•
    вывести на чистую ή свежую воду кого – ξεσκεπάζω, φανερώνω, βγάζω στα φόρα κάποιον.
    1. εξαφανίζομαι, εξαλείφομαι, εκλείπω, χάνομαι•

    знахари давно –лись οι κομπογιαννίτες εξέλειψαν, από καιρό.

    || βγαίνω απο• τη συνήθεια, τη χρήση κ.τ.τ., χάνομαι, εξαφανίζομαι•

    -лись старые обычаи ξεχάστηκαν οι παλιές συνήθειες•

    -лись сохи πάνε πια τα ξύλινα αλέτρια.

    2. καταστρέφομαι, εξολοθρεύομαι, εξοντώνομαι, εξαλείφομαι•

    -лась моль εξαφανίστηκε ο σκώρος.

    || καθαρίζομαι, βγαίνω, εξαλείφομαι•

    -лось пятно βγήκε ο λεκές.

    3. εκκολάπτομαι•

    птицы давно -лись τα πουλάκια από καιρό βγήκαν.

    Большой русско-греческий словарь > вывести

  • 4 вывести

    Русско-греческий словарь научных и технических терминов > вывести

  • 5 выводить

    выводить см. вывести
    * * *

    Русско-греческий словарь > выводить

  • 6 орбита

    орбита ж η τροχιά* вывести (выйти) на \орбитау στέλνω ( βγαίνω) σε τροχιά· околоземная \орбита η περίγεια τροχιά
    * * *
    ж
    η τροχιά

    вы́вести (вы́йти) на орби́ту — στέλνω (βγαίνω) σε τροχιά

    околозе́мна́я орби́та — η περίγεια τροχιά

    Русско-греческий словарь > орбита

  • 7 вода

    вод||а
    ж τό νερό, τό ὕδωρ:
    дождевая \вода τό νερό τής βροχῆς, τό βρόχινο νερό, τό βροχόνερο, τά δμβρια ὕδατα· питьевая \вода τό πόσιμο νερό· минеральная \вода τό μεταλλικό νερό· пресная \вода τό γλυκό νερό· морская \вода τό θαλασσινό νερό· проточная \вода τό τρεχούμενο νερό· грунтовая \вода τό νερό τοῦ ὑπεδάφους· уровень \водаы ἡ στάθμη τοῦ νερού· посадка на воду ἀβ. ἡ προσθαλάσσωση· держаться на \водае ἐπιπλέω, κρατιέμαι στήν ἐπιφάνεια τοῦ νεροϋ· спускать на воду καθελκύω· ◊ вывести кого-л. на чистую воду ξεσκεπάζω κάποιον, βγάζω τά ἀπλυτα κάποιου στή φόρα· много \водаы утекло́ πέρασε πολύς καιρός· с него как с гуся \вода разг δέν δίνει πεντάρα γιά τίποτε, δέν τοῦ καίγεται καρφί· он \водаы не замутит δέν πειράζει μερμήγκι, εἶναι ἀγαθός (или φιλήσυχος) ἄνθρωπος· словно \водаы в рот набрал σάν νά κατάπιε τή γλώσσα του· как в воду опущенный κατσούφης, στενοχωρημένος· как в во́ду канул ἔγινε ἄφαντος, ἐξαφανίζομαι· как две капли \водаы (о сходстве) ἰδιος καί ἀπαράλλακτος· чувствовать себя как рыба в \водае εἶμαι στό στοιχείο μου· выйти сухим из \водаы βγαίνω λάδι, τή γλυτώνω φτηνά· толочь во́ду в сту́пе κοπανώ ἀέρα· Носить во́ду решетом κουβαλώ νερό μέ τό κόσκινο· чистой \водаώ (о драгоценном камне) γνήσιος· желтая \вода мед. τό γλαύκωμα· тяжелая \вода физ. τό βαρύ ὕδωρ.

    Русско-новогреческий словарь > вода

  • 8 заблуждатьсяенне

    заблуждаться||енне
    с τό λάθος, ἡ πλάνη, ἡ παραπλάνηση [-ις]:
    вывести из \заблуждатьсяеннеения βγάζω ἀπό τήν πλάνη. забодать сов см. бодать.

    Русско-новогреческий словарь > заблуждатьсяенне

  • 9 чистый

    чи́ст||ый
    прил
    1. (не грязный) καθαρός, παστρικός:
    \чистыйые ру́ки τά καθαρά χέρια· \чистый воротничок ὁ καθαρός γιακάς· \чистыйая посуда τά παστρικά πιατικά·
    2. (без примеси) καθαρός, ἀγνός, ἀνόθευτος, γνήσιος:
    \чистыйое золото τό καθαρό μάλαμα·
    3. (ясный, отчетливый) καθαρός:
    \чистый голос ἡ διαυγής φωνή· \чистыйое произношение ἡ καθαρή προφορά·
    4. перен (честный, правдивый) καθαρός, ἀγνός/ ἀδολος (искренний):
    \чистыйая совесть ἡ καθαρή συνείδηση· сказать от \чистыйого сердца λέγω μ· ὅλη μου τήν ψυχή· б. (аккуратный, тщательный) ἐπιμελημένος:
    \чистыйая работа ἡ παστρική δουλειά, ἡ ἐπιμελημένη ἐργασία· β. (сущий) καθαρός, ἀγνός:
    \чистыйая случайность ἡ ἀπλή σύμπτωση· \чистыйое недоразумение ἡ καθαρή παρεξήγηση· \чистыйая правда ἡ καθαρή ἀλήθεια· \чистыйое дитя τό ἀγνό παιδάκι· ◊ \чистый вес τό καθαρό βάρος· \чистыйая прибыль τό καθαρό κέρδος· на \чистыйом воздухе στον καθαρό ἀέρα· в \чистыйом виде (неискаженно) χωρίς ν· ἀλλάξω τίποτε· в \чистыйом поле σέ γυμνό τόπό вывести кого-л. на \чистыйую воду ἀποκαλύπτω (или ξεσκεπάζω) κάποιον, βγάζω τ' ἄπλυτά του στη φόρα· принимать за \чистыйую монету разг παίρνω κάτι στά σοβαρά.

    Русско-новогреческий словарь > чистый

  • 10 вода

    -ы, αιτ. воду, πλθ. воды, δοτ. водам, κ. водам, οργν. водами, κ. водами, προθτ. о водах κ. о водах θ.
    1. νερό, ύδωρ•

    дождевая вода βρόχινο νερό•

    морская вода θαλασσινό νερό•

    колодезная вода πηγαδίσιο νερό•

    речная ποταμίσιο νερό•

    проточная вода τρεχούμενο νερό•

    стоячая вода στάσιμο νερό•

    родниковая -νερό της βρύσης, πηγαίο νερό•

    питьевая вода πόσιμο νερό•

    минеральная вода μεταλλικό νερό•

    пресная вода γλυκό νερό (λιμνών, ποταμών)•

    грунтовая вода το νερό του υπεδάφους•

    жесткая вода γλι-φό νερό•

    мягкая вода ελαφρό νερό.

    2. πλθ. -ы τα νερά, τα ύδατα•

    государственные -ы κρατικά ύδατα (θάλασσες, ποτάμια, λίμνες)•

    территориальные -ы τα χωρικά ύδατα.

    εκφρ.
    желтая вода – γλαύκωμα (πάθηση των ματιών)•
    седьмая ή десятая вода на киселе – οι πολύ μακρινοί συγγενείς•
    темная вода – τύφλωση (από ατροφία του οπτικού νεύρου)•
    холодной -ой окатить ή облить – ψυχρολούζω, κάνω ψυχρολουσία κάποιον (κατευνάζω τον ενθουσιασμό, διαψεύδω τις ελπίδες, αποθαρρύνω κ.τ.τ.)• чистой ή чистейшей -ы καθαρότερος κι απ’το νερό, λάδι, γνησιότατος, πραγματικότατος•
    лить -у на чью мельницу – χύνω νερό στο μύλο κάποιου (βοηθώ στο έργο κάποιου)•
    толочь -у (в ступе) ή носить решетом -у – κουβαλώ νερό με το καλάθι (ματαιοπονώ)•
    - ы не замутит – δεν πατά ούτε μυρμήγκι (άκακος, ήσυχος, πράος, ταπεινός)•
    тише -ы, ниже травы – πάρα πολύ ήσυχος, φρονιμότατος, αγαθότατος, ταπεινότατος•
    много ή немало, столькоκ.τ.τ. -ы утекло πέρασε πολύς καιρός, χρόνια και ζαμάνια•
    набрать -ы в рот – καταπίνω τη γλώσσα μου, σιγώ, σωπαίνω, το βουλώνω, βουβαίνομαι•
    выйти сухим из -ы – (αν και ένοχος) βγαίνω καθαρός (αθώος), вывести на чистую ή на свежую -у βγάζω στα φόρα, ξεσκεπάζω (σκοτεινές υποθέσεις)•
    как (будто, словно) в -у глядел ή смотрел – σα να το ήξερε (το διέβλεψε με ακρίβεια).

    Большой русско-греческий словарь > вода

  • 11 вон

    επίρ.
    έξω•

    выгнать вон διώχνω έξω, εκδιώκω•

    вывести вещи вон βγάζω τα πράγματα ε’ξω•

    вон отсюда! εξ’ απ’ εδώ!

    εκφρ.
    из головы (из ума, из памяти) вон – ξεχνώ, λησμονώ, διαφεύγει τη μνήμη μου.
    μόριο
    1. (για μακρινά αντικείμενα) να (ιδού)•

    вон он идет να τος έρχεται•

    вон одна звездочка να ένα αστεράκι.

    2. με δεικτ. αντωνυμία και επίρρημα δηλώνει: ακρίβεια• να•

    вон туда надо идти να εκεί πρέπει να πας.

    3. (επιτακτικό) υα και•

    вон какой образованный! να κι ένας μορφωμένος!

    εκφρ.
    вон что – να τι, ωρίστε•
    вон как – ωρίστε, να πως.

    Большой русско-греческий словарь > вон

  • 12 вы...

    πρόθεμα, σημαίνει: α) νύυηση από μέσα προς τα έξω π.χ. выехать, вывести, выбежать, β) αφαίρεση, βγάλσιμο, απομάκρυνση ενός μέρους του αντικειμένου ή ενός αντικειμένου από το άλλο π.χ. выбить, выломать, вывинтить, γ) ολοκλήρωση, τελείωμα, τέλος της ενέργειας π.χ. выбелить, выварить, вымокнуть, высушить, δ) επίτευξη κατόπιν ενέργειας π.χ. выпросить, выслужить, вытребовать, ε) με το μόριο «-ся» εκφράζει ολοκλήρωση της ενέργειας, αναγωγή αυτής ως το βαθμό που χρειάζεται π.χ. выплакаться, выспаться.

    Большой русско-греческий словарь > вы...

  • 13 выводить

    -ожу, -одишь
    ρ.σ.μ.
    1. (απλ.) οδηγώ, πηγαίνω κάποιον κάπου•

    он -ил меня по всем комнатам αυτός με πήγε σ’ όλα τα δωμάτια.

    2. ξεκουράζω το άλογο.
    ρ.δ.
    βλ. вывести(сь).

    Большой русско-греческий словарь > выводить

  • 14 заблуждение

    ουδ.
    πλάνη αντίληψη, κρίση, πίστη εσφαλμένη•

    ввести в заблуждение πλανώ, οδηγώ, παρασύρω σε πλάνη•

    искоренять -я βγάζω, αφαιρώ όλες τις πλάνες (δείχνω τον αληθινό δρόμο)" впасть в заблуждение πέφτω σε πλάνη•

    вывести из -я βγάζω από την πλάνη (μεταπείθω).

    Большой русско-греческий словарь > заблуждение

  • 15 затруднение

    ουδ.
    δυσχέρεια, δυσκολία, δυσκόλεμα•

    денежные -я οικονομικές δυσκολίες•

    затруднение в дыхании δυσκολία στην αναπνοή•

    непреодолимые -я ανυπέρβλητες δυσκολίες•

    нахожусь в -ии βρίσκομαι σε αμηχανία•

    встречать затруднение συναντώ δυσκολία•

    вывести из -я βγάζω από δύσκολη κατάσταση•

    избавить из -ий βγάζω (απαλάσσω) από τις δυσκολίες•

    создавать -я δημιουργώ εμπόδια, παρεμβάλλω δυσκολίες, δυσκολεύω, δυσχεραίνω.

    Большой русско-греческий словарь > затруднение

  • 16 из-под

    κ. из-подо (πρόθεση με γεν.).
    1. σημαίνει το κάτω μέρος απ όπου αρχίζει η κίνηση, ενέργεια από κάτω (απο)•

    мальчик вылез из-под стола το αγόρι βγήκε από κάτω από το τραπέζι.

    2. από τα πέριξ•

    он приехал из-под Москвы αυτός ήρθε από τα πέριξ της Μόσχας.

    3. (σημαίνει αλλαγή) απο•

    освободить из-под слдствия απαλλάσσω από την ανάκριση•

    вывести из-под удара αποφεύγω το χτύπημα•

    выйти из-под влияния απαλλάσσομαι από την επίδραση•

    выйти из-под стрижи δε φρουρούμαι πια.

    4. (σημαίνει δοχείο από προηγούμενη χρήση ή για χρήση) από•

    бутылка из-под молоки μπουκάλι από γάλα•

    метки из-под муки τσουβάλια από αλεύρι•

    бсшка из-под варенья βάζο από γλυκό.

    εκφρ.
    из-под носа – κάτω από τη μύτη (πλησιέστατα)•
    из-под полки – με το παλούκι (με το στανιό, με το ζόρι).

    Большой русско-греческий словарь > из-под

  • 17 плечо

    -а, πλθ. плечи, плеч κ. παλ. плеча, плечи ουδ.
    1. ώμος, πλάτη•

    взвалить-ношу на плечо ρίχνω το φορτίο στον ώμο•

    -и пиджака οι ώμοι του σακκακιού•

    на -! επ ώμου! (παράγγελμα στρατιωτικό).

    2. (ανατ.) βραχίονας. || κάθε τι παρεμφερές προς τον βραχίονα•

    плечо рычага ο βραχίονας του μοχλού.

    εκφρ.
    за -ами – (πίσω) στο παρελθόν•
    по -у – κατά τις δυνάμεις (σηκώνω)•
    не по -у – παρά τις δυνάμεις (δε σηκώνω)•
    с -а – α) μ όλη τη δύναμη (κίνησης από πάνω προς τά κάτω). β) μτφ. (απλ.) αμέσως, αυθόρμητα•
    с чьего -а ή с чужого -а – (για ένδυμα) φορεμένο, από άλλον•
    с плеч бросить ή стряхнуть – ξεφορτώνο, -μαι, απαλλάσσομαι, διώχνω ένα βάρος από πάνω μου•
    плечо к -у ή -ом к -у – κολλητά, αντάμα αλληλένδετα•
    на -ах противника (неприятеля) – κατά πόδας τον (υποχωρούντα) εχθρό•
    взвалить (положить) на -и чьи – ρίχνω (φορτώνω) τα βάρη (τις ευθύνες) σε άλλον•
    вывезти ή вывести на своих -ах – σηκώνω το βάρος στις πλάτες μου (για φροντίδες κ.τ.τ.)•
    иметь голову на -ах – έχω τα λογικά μου, σκέπτομαι λογικά, μπαίνω καλά στο νόημα•
    лежать (быть) на -ах – όλα πέφτουν στις πλάτες μου (φροντίζω για όλα).

    Большой русско-греческий словарь > плечо

  • 18 повывести

    ρ.σ.μ. (για όλους, πολλούς)
    βλ. вывести.

    Большой русско-греческий словарь > повывести

  • 19 путь

    α.
    1. δρόμος, οδός•

    прямой путь ίσιος δρόμος•

    широкий путь πλατύς (φαρδύς) δρόμος•

    санный путь ελκηθόδρομος•

    заласной путь πλάγια σιδηροδρομική γραμμή•

    воздушный путь αεροπορική γραμμή.

    2. μτφ. τρόπος, μέθοδος ενέργειας, επίδρασης•

    каким -м? με τι τρόπο;•

    любым -м με κάθε τρόπο.

    3. πλθ. (σ.νατ.) τα όργανα•

    дыхательные -и τα αναπνευστικά όργανα.

    4. ταξίδι•

    направляться в далкий πηγαίνω για μακρινό ταξίδι.

    5. δρομολόγιο•

    путь сбиться с -и ξεφεύγω (παρεκκλίνω) από το δρόμο, χάνω το δρόμο•

    держать путь τηρώ την κατεύθυνση.

    || μέσον•

    путь к достижению δρόμος για την επίτευξη.

    6. όφελος, κέρδος•

    коли будет путь αν θα υπάρξει όφελος.

    εκφρ.
    жизненный путь – η πορεία της ζωής•
    окольным (обходным) -м – πλάγια, έμμεσα, με πλάγιο τρόπο•
    путь последний путь – ο δρόμος προς την τελευταία κα-κατοικία, η• κηδεία: счастливый -!, счастливого -й! καλό κατευόδιο! καλό ταξίδι! ώρα καλή!•
    - и сообщения – η συγκοινωνία•
    без -и – (απλ.) μάταια, άσκοπα•
    на -и к чему ή по -и чего – βαδίζοντας προς•
    по -и – α) καθ οδό, στο δρόμο, β) τον ίδιο δρόμο, γ) μια φορά, ταυτόχρονα•
    не по -и с кем – διαφορετικό δρόμο πήραμε, χωρίζουν οι δρόμοι μας (δε συμπί πτουν οι σκοποί μας, οι επιδιώξεις μας)•
    забыть путь куда – ξεχνώ το δρόμο για κάπου (παύω να μεταβαίνω, να επισκέπτομαι)•
    быть на -и к чему – πλησιάζω προς κάτι•
    вывести на - – βγάζω στο δρόμο της ζωής, στη ζωή, στην κοινωνία•
    стать (стоять) поперк -и кому; стоять (стать) на -и чьем – στέκομαι (μπαίνω) εμπόδιο σε κάποιον•
    стоять на хорошем (правильном) -и – στέκομαι, βρίσκομαι σε καλό, σωστό δρόμο, βαδίζω καλά, σωστά•
    стоять (находить(ся) на ложном -й; идти по ложному -и – δε βρίσκομαι σε σωστό δρόμο, ακολοθώ εσφαλμένη οδό.

    Большой русско-греческий словарь > путь

  • 20 равновесие

    ουσ.
    1. ισορροπία•

    устойчивое равновесие σταθερή ισορροπία•

    привести в равновесие ισορροπώ κάτι•

    вывести из -я διαταράσσω (χαλνώ) την ισορροπία•

    терять равновесие χάνω την ισορροπία.

    2. μτφ. ηρεμία•

    душевное равновесие ψυχική ηρεμία.

    Большой русско-греческий словарь > равновесие

См. также в других словарях:

  • вывести — См …   Словарь синонимов

  • вывести — ВЫВЕСТИ, еду, едешь; ел, ела; едший; еденный; едя; совер. 1. кого (что). Ведя, направить куда н.; удалить откуда н. В. войска с чужой территории. В. ребёнка на прогулку. В. машину из гаража. В. кого н. на новый путь (перен.: на новую дорогу, к… …   Толковый словарь Ожегова

  • вывести — заключение • действие вывести формулу • существование / создание …   Глагольной сочетаемости непредметных имён

  • ВЫВЕСТИ — ВЫВЕСТИ, выведу, выведешь, прош. вр. вывел; выведший. совер. к выводить. Толковый словарь Ушакова. Д.Н. Ушаков. 1935 1940 …   Толковый словарь Ушакова

  • ВЫВЕСТИ 1 — ВШЫВЕСТИ 1, еду, едешь; ел, ела; едший; еденный; едя; сов. Толковый словарь Ожегова. С.И. Ожегов, Н.Ю. Шведова. 1949 1992 …   Толковый словарь Ожегова

  • ВЫВЕСТИ 2 — ВШЫВЕСТИ 2, еду, едешь; ел, ела; едший; еденный; едя; сов. Толковый словарь Ожегова. С.И. Ожегов, Н.Ю. Шведова. 1949 1992 …   Толковый словарь Ожегова

  • вывести — веду, ведешь; вы/вел, ла, ло; вы/ведший; вы/веденный; ден, а, о; св. см. тж. выводить, выводиться, выведение, вывод, выводка 1) а) кого …   Словарь многих выражений

  • вывести в люди — сделать человеком, помочь, посодействовать, оказать помощь, оказать поддержку, принять участие, оказать содействие, послужить подспорьем, послужить поддержкой, содействовать, поддержать, вывести на верный путь, вывести на дорогу, подсобить,… …   Словарь синонимов

  • вывести наружу — вывести на свет божий, сорвать маску, прижать к стенке, вывести на чистую воду, обличить, разоблачить, сорвать завесу, вывести на свежую воду, сорвать покровы, прижать к стене, приподнять завесу, сорвать покров, снять личину, приоткрыть завесу,… …   Словарь синонимов

  • вывести из равновесия — переволновать, встревожить, взволновать, обеспокоить, завести, нарушить покой, озаботить, вызвать беспокойство, растревожить, вызвать тревогу, смутить покой, привести в смятение, лишить покоя, вызвать опасение, вывести из душевного равновесия,… …   Словарь синонимов

  • вывести из себя — распалить, остервенить, разбудить зверя, осердить, взъярить, возмутить, вывести из терпения, разъярить, рассердить, разозлить, разгневать, восстановить против себя, прогневать, довести до белого каления, забодать, озлить, прогневить, зафакать,… …   Словарь синонимов


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»