Перевод: с греческого на все языки

φείδεσθε

  • 1 φείδεσθε

    φείδομαι
    spare: pres imperat mp 2nd pl
    φείδομαι
    spare: pres ind mp 2nd pl
    φείδομαι
    spare: imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic)

    Morphologia Graeca > φείδεσθε

См. также в других словарях:

  • φείδεσθε — φείδομαι spare pres imperat mp 2nd pl φείδομαι spare pres ind mp 2nd pl φείδομαι spare imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φείδεσθ' — φείδεσθε , φείδομαι spare pres imperat mp 2nd pl φείδεσθε , φείδομαι spare pres ind mp 2nd pl φείδεσθαι , φείδομαι spare pres inf mp φείδεσθε , φείδομαι spare imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φείδομαι — ΝΜΑ 1. κάνω μέτρια και εσκεμμένη χρήση, καταναλώνω με μέτρο, διαθέτω με περίσκεψη 2. είμαι φειδωλός, κάνω οικονομία, τσιγγουνεύομαι 3. (σχετικά με πρόσ. και πραγμ.) διατηρώ σώο, αφήνω απείραχτο, λυπάμαι, ευσπλαχνίζομαι (α. «δεν φείδεται χρημάτων… …   Dictionary of Greek

  • ετοιμοθάνατος — η, ο (ΑΜ ἑτοιμοθάνατος, ον) νεοελλ. 1. αυτός που βρίσκεται πολύ κοντά στον θάνατο, ο μελλοθάνατος 2. (για λύχνο) αυτός που είναι έτοιμος να σβήσει μσν. ο έτοιμος να πεθάνει, δηλ. ο απελπισμένος («ἑτοιμοθάνατοι οὐδὲ ψυχῶν ὑμῶν φείδεσθε», Θεοφάν.)… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»