Перевод: с греческого на все языки

υπουργείο εμπορικής

  • 1 ναυτιλία

    η
    1) мореплавание, морское судоходство; кораблевождение; 2) торговый флот;

    υπουργείο εμπορικής ναυτιλίας — министерство торгового флота

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ναυτιλία

  • 2 υπουργείο(ν)

    τό
    1) министерство;

    υπουργείο(ν) των εξωτερικών (εσωτερικών) — министерство иностранных (внутренних) дел;

    υπουργείο(ν) παιδείας — министерство просвещения;

    2) правительство;

    йχρουν ( — или υπηρεσιακών) υπουργείο(ν)служебное правительство

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > υπουργείο(ν)

  • 3 υπουργείο(ν)

    τό
    1) министерство;

    υπουργείο(ν) των εξωτερικών (εσωτερικών) — министерство иностранных (внутренних) дел;

    υπουργείο(ν) παιδείας — министерство просвещения;

    2) правительство;

    йχρουν ( — или υπηρεσιακών) υπουργείο(ν)служебное правительство

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > υπουργείο(ν)

  • 4 εμπορικής

    ἐμπορικός
    of: fem gen sg (attic epic ionic)

    Morphologia Graeca > εμπορικής

  • 5 ἐμπορικῆς

    ἐμπορικός
    of: fem gen sg (attic epic ionic)

    Morphologia Graeca > ἐμπορικῆς

  • 6 υπουργείο

    [ипургио] ουσ ο министерство.

    Эллино-русский словарь > υπουργείο

  • 7 υπουργείο

    bakanlık

    Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό > υπουργείο

  • 8 υπουργείο

    ministère

    Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό > υπουργείο

  • 9 υπουργείο

    ministerstwo (n) rzecz.

    Ελληνικά-Πολωνικά λεξικό > υπουργείο

  • 10 υπουργείο

    ministerstvo

    Ελληνικά-Τσεχικής chlovar > υπουργείο

  • 11 υπουργείο

    ministry

    Ελληνικά-Αγγλικά νέο λεξικό (Greek-English new dictionary) > υπουργείο

  • 12 ανοιχτός

    η, ό
    1) прям., перен. открытый;

    τα καταστήματα σήμερα είναι ανοιχτά — сегодня все магазины открыты;

    ανοιχτός λογαριασμός — текущий счёт;

    2) светлый (о цвете);
    3) распустившийся (о цветах); 4) незаживший, открытый (о ране); 5) открытый; широкий (о местности);

    ανοιχτή θάλασσα — открытое море;

    6) откровенный, искренний, прямой;
    7) щедрый; 8) открытый, гостеприимный;

    ανοιχτό σπίτι — открытый дом;

    9) задолжавший;

    § ανοιχτός γιακάς — отложной воротничок;

    παίζω μ' ανοιχτά χαρτιά — играть в открытую;

    μένω με το στόμα ανοιχτό — раскрыть рот от удивления;

    ήρθε μ· ανοιχτό κεφάλι — пришёл с раскроенным черепом;

    όσο 2χω τα μάτια μου ανοιχτά — пока я жив;

    έχει τα μάτια του ανοιχτά — у него ушки на макушке;

    τό υπουργείο σήμερα είναι ανοιχτό — в министерстве сегодня приёмный день;

    στ' ανοιχτά — в открытом море

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ανοιχτός

  • 13 δικαιοσύνη

    η
    1) справедливость;

    αποδίδω δικαιοσύνη — отдать справедливость;

    εν δικαιοσύνη — справедливо, по справедливости;

    2) правосудие;

    απονέμω δικαιοσύνη — отправлять правосудие;

    3) юстиция; суд;

    υπουργείο δικαιοσύνης — министерство юстиции;

    ποινική (πολιτική) δικαιοσύνη — уголовный (гражданский) суд;

    παραπέμπω στη δικαιοσύνη — отдать под суд;

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > δικαιοσύνη

  • 14 εκκλησιαστικές

    ή, ό[ν] церковный;

    τα εκκλησιαστικέςά — церковные дела;

    εκκλησιαστικέςά βιβλία — церковные книги;

    υπουργείο των εκκλησιαστικέςων — министерство по делам церкви

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > εκκλησιαστικές

  • 15 εξωτερικός

    η, ό[ν]
    1) внешний, наружный;

    εξωτερική τσέπη;

    наружный карман;

    εξωτερική όψη — внешность, наружность, внешний вид;

    εξωτερική ομοιότητα — внешнее сходство;

    εξωτερική ηρεμία — внешнее спокойствие;

    εξωτερικά ενδύματα — верхняя одежда;

    τό εξωτερικό κλειδί — ключ от наружной двери;

    εξωτερικό περιβάλλρν — внешняя среда;

    2) внешний; иностранный, зарубежный, заграничный;

    εξωτερική αγορά — внешний рынок;

    εξωτερικόν εμπόριο — внешняя торговля;

    εξωτερική πολιτική — внешняя политика; — внешнеполитический курс;

    υπουργείο[ν] των εξωτερικων — министерство иностранных дел;

    3) филос, существующий вне сознания (кого-л.), внешний;

    εξωτερικός κόσμος — мир, существующий вне сознания (кого-л.), внешний мир;

    4) перен. внешний, поверхностный;

    § εξωτερικό παίζιμο τού ήθοποιού — поверхностная игра актёра;

    ο εξωτερικός (μαθητής) — экстерн;

    δίδω εξετάσεις ως εξωτερικ — сдавать экзамены экстерном;

    ο εξωτερικός ασθενής — амбулаторный больной;

    τό εξωτερικό ιατρείο — амбулатория; — диспансер;

    τό εξωτερικό φθισιατρείο — туберкулёзный диспансер

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > εξωτερικός

  • 16 θρήσκευμα

    το вероисповедание; религия, религиозный культ;
    υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων министерство просвещения и религиозных культов

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > θρήσκευμα

  • 17 οικονομικά

    τα
    1) экономическое положение, финансовые дела;

    τα δημόσια οικονομικά — или τα οικονομικά τού κράτους — финансы, финансовое хозяйство;

    υπουργείο οικονομικών — министерство финансов;

    τα οικονομικά δεν επιτρέπουν... — финансы не позволяют...;

    2) экономика (наука);

    σπουδάζω οικονομικά — изучить экономику, экономические науки

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > οικονομικά

  • 18 παιδεία

    η
    1) просвещение;

    η λαϊκή παιδεία — народное просвещение;

    Υπουργείο Παιδείας министерство просвещения;
    2) образование; воспитание

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > παιδεία

  • 19 πρόνοια

    η забота, попечение;

    κοινωνική πρόνοια — социальное обеспечение;

    Υπουργείο Προνοίας министерство социального обеспечения;

    λαμβάνω πρόνοιαν — позаботиться;

    § θεία πρόνοια релпровидение

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > πρόνοια

  • 20 στην

    στον, στούς и т. п.) πρόθ. I με αίτιατ.
    1) (при обознач. направления действия, движения) в, к; на; πάμε στο καφενείο пошли в кафе; τα παράθυρα τού δωματίου μου βλέπουν στον κήπο окна моей комнаты выходят в сад; δεν εγύρισε τα μάτια της σε μένα она не взглянула на меня; πήγε στον πεθερό του он пошёл к тестю; πηγαίνω στο σπίτι я иду домой; σκαρφάλωσα στο βουνό взбираться на гору; 2) (при обознач, места) в; на; за; по; под; φυτεύω πατάτες στο περιβόλι сажать картофель в огороде; μένω στην λεωφόρο Συγγρού я живу на проспекте Сингру; κάθομαι στο τραπέζι сидеть за столом; σε όλον τον κόσμο по всему свету, во всём мире, везде; σέ όλον τον κόσμο είναι γνωστό... всему миру известно...; κάνω βόλτα στην πόλη гулять по городу; ήταν ξαπλωμένος σ' ένα δέντρο он лежал под деревом; η γη στριφογυρίζει στα πόδια μου у меня земля уходит из-под ног; 3) (при обознач, расстояния между чём-л.) до; από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο от одного тротуара до другого; από την μιά πόλη στην άλλη от одного города до другого; 4) (при обознач, времени, периода, срока) в; через; στα χίλια εννεακόσια εβδομήντα έξι в тысяча девятьсот семьдесят шестом току; στίς τρείς το πρωί в три часа утри; στα νιάτα (γηρατειά) μου в юности (старости); στον καιρό του в своё время; σε λίγο скоро; σε μισή ώρα через полчаса; σε δέκα μέρες через десять дней; στίς πέντε τού Γενάρη пятого января; 5) (при обознач, стоимости) за; на; τρία στη δραχμή три штуки на одну драхму; 6) (при обознач, способа оплаты): πληρώθηκα σε δολλάρια мне заплатили долларами; πληρώνω σε χρήμα (είδος) платить деньгами (натурой); 7) (при обознач, области, сферы проявления признака, свойства, а тж. области какого-л. действия) в; по; είναι μάστορης στο τάβλι он большой мистер игры в тавли; στα καλαμπούρια δεν τον παραβγαίνει κανείς в каламбурах ему нет равных; στο μπόι είναι πιο κοντός απ' όλους он меньше всех ростом; καλλίτερος σε ποιότητα лучший по качеству; είναι ξακουσμένη στην ομορφιά она известна своей красотой; είναι γιατρός στο επάγγελμα он врач по профессии; οι στρατιώτες ασκρύνται στη σκοποβολή солдаты упражняется в стрельбе; βρίσκομαι στην εξουσία стоять у власти; 8) (при сопоставлении) в; по; αυτό είναι ανώτερο στην αξία это дороже; σε τί είσαι καλύτερος από μένα; чем ты лучше меня?; είμαι μεγαλύτερος στα χρόνια από σένα по годом я старше тебя; 9) (при обознач, деления на части) на; в; χωρίζω σε ίσα μέρη (στα εφτά) делить на равные части (на семь); σχίζομαι σε δυό расколоться пополам; σπάζω σε τρία κομμάτια разбиваться на три части; 10) (при обознач, состояния или перехода в какое-л. состояние) в; στην ακμή в расцвете сил; στον ύπνο μου во сне; μετατρέπω σε ερείπια превращать в развалины; 11) (при указании на форму) в; δράμα σε στίχους драма в стихах; κωμωδία σε τρείς πράξεις комедия в трёх действиях; 12) (при обознач, цели) на; τον έχω καλέσει σε γεύμα я его пригласил на обед; πηγαίνω σε κυνήγι иду на охоту; 13) (при обознач, образа действия): αρρώστησε στα καλά он тяжело заболел; ερωτεύομαι στα σωστά влюбиться не на шутку; στα γεμάτα интенсивно; βρέχει στα γεμάτα дождь зарядил; τελειώνω τη δουλειά στα πεταχτά кончать работу очень быстро; κλαίω στα ψέματα притворяться плачущим, плакать понарошку; 14) (при обознач, орудия и средства действия): με πέθανε στη φλυαρία она меня уморила своей болтовнёй; τον τσάκισαν στο ξύλο его сильно избили палками; 15) (при обознач, объединения, слияния) в; ένωσαν δυό δήμους σ' έναν объединили два дима в один; 16) (при обознач, превращения, перевода): μεταφράζω από τα ελληνικά στα ρωσσικά переводить с греческого на русский; ο ποιητής μετατράπηκε σε μεταφραστή поэт стал переводчиком; μετέτρεψα τα δολλάρια σε δραχμές я обменял доллары на драхмы; 17) (при обращении) к, в; απευθύνομαι στον υπουργό (στο υπουργείο) обращаться к министру (в министерство); 18) (при указании на источник) у; ράβω στον ράφτη шить у портного; 19) (при выражении пожелания): στο καλό! счастливо!, счастливого пути!; στην υγεία

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > στην

См. также в других словарях:

  • Ministry of Development, Competitiveness and Shipping (Greece) — The Ministry of Development, Competitiveness and Shipping (Greek: Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας) of Greece was created in October 2009 as the Ministry of the Economy, Competitiveness and Shipping (Υπουργείο Οικονομίας,… …   Wikipedia

  • Ministry of Maritime Affairs, Islands and Fisheries (Greece) — The building of the Ministry of Maritime Commerce in Piraeus harbor, Greece The Ministry for Maritime Affairs, Islands and Fisheries of Greece (Greek: Υπουργείο Θαλάσσιων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας) resulted from the merger of the Ministry for… …   Wikipedia

  • Minister for Mercantile Marine and Island Policy — The Minister for Mercantile Marine of Greece ( el. Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας) is the government minister responsible for the running of the Ministry of Mercantile Marine. The current minister is Anastasis Papaligouras‎.List of Ministers for… …   Wikipedia

  • ελικόπτερο — Εναέριο όχημα του οποίου η στήριξη και η πρόωση παράγονται από μία ή περισσότερες μεγάλες έλικες μεταβλητού βήματος, που κινούνται από ενδοθερμικούς κινητήρες. Ο άξονας περιστροφής των ελίκων είναι κάθετος ή περίπου κάθετος και, ανάλογα με την… …   Dictionary of Greek

  • ναυλολόγιο — το ναυτ. 1. κατάλογος που αναγράφει τις τιμές τών ναύλων κατά είδος εμπορευμάτων και μονάδα όγκου 2. πίνακας που περιέχει τις τιμές τών ναύλων μεταφοράς προσώπων ή εμπορευμάτων με πλοία τών ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, ο οποίος καταρτίζεται από το… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • διαφήμιση — Κάθε ενέργεια η οποία αποβλέπει στη διάδοση πληροφοριών για εμπορικούς σκοπούς. H δ. είναι μια μορφή της γενικότερης δραστηριότητας που αναλαμβάνει τη διάδοση πληροφοριών, οι οποίες απευθύνονται σε μια ομάδα ανθρώπων με σκοπό να επηρεάσουν τη… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τηλεόραση — ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Ήταν Απρίλιος του 1966 όταν από το χώρο που είχε διαθέσει ο ΟΤΕ στο τότε ΕΙΡ (Ελληνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) έγινε η πρώτη εκπομπή τηλεοπτικού προγράμματος. Ήταν το πρώτο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων. Με καθυστέρηση μιας τουλάχιστον… …   Dictionary of Greek

  • σήμα — (Νομ.). Στα νομικά, σ. χαρακτηρίζεται κάθε σημείο χρήσιμο για να ξεχωρίζει την προέλευση των κάθε λογής βιομηχανικών, γεωργικών κλπ. προϊόντων, καθώς και εμπορευμάτων ορισμένης εμπορικής επιχείρησης. Σ. ονομάζεται και αυτό το ίδιο το διακριτικό… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»