Перевод: со всех языков на греческий

с греческого на все языки

σχέ

  • 1 плановый

    пла́нов||ый
    прил σχεδιασμένος, σχε-διοποιημένος:
    \плановыйый отдел τό τμήμα σχε-διοποίησης.

    Русско-новогреческий словарь > плановый

  • 2 относительно

    относительно
    1. нареч (сравнительно) σχετικά [-ῶς], ἀναφορικά [-ῶς]·
    2. предлог с род. п. (что касается) ἀναφορικα [-ῶς], σχε-τικά [-ῶς] / ὀσον ἀφορα (в отношении):
    \относительно того, что... ὀσον ἀφορα τό...· вот что я узиал \относительно этого человека νά τι ἔμαθα γι· αὐτόν τόν 'άνθρωπο· \относительно его́ приезда я ничего́ не слышал σχετικά μέ τήν ἀφιξή του ἐγώ δέν ἄκουσα τίποτα

    Русско-новогреческий словарь > относительно

  • 3 проектировать

    проект||ировать
    несов
    1. (разрабатывать проект) σχεδιάζω, ἐκπονώ σχέ-διο[ν]·
    2. (предполагать) σχεδιάζω, σκοπεύω, προτίθεμαι.

    Русско-новогреческий словарь > проектировать

  • 4 прожектер

    прожектер
    м ὁ φαντασιοκόπος, ὁ σχε-διομανής.

    Русско-новогреческий словарь > прожектер

  • 5 chart

    1. noun
    1) (a map of part of the sea.) ναυτιλιακός χάρτης
    2) (a table or diagram giving information: a weather chart.) χάρτης, (σχε)διάγραμμα
    2. verb
    1) (to make a chart of: He charted the Black Sea.) χαρτογραφώ
    2) (to make a table of information about: I'm charting our progress.) παριστάνω με σχεδιάγραμμα

    English-Greek dictionary > chart

  • 6 figure

    ['fiɡə, ]( American[) 'fiɡjər] 1. noun
    1) (the form or shape of a person: A mysterious figure came towards me; That girl has got a good figure.) μορφή,κορμί
    2) (a (geometrical) shape: The page was covered with a series of triangles, squares and other geometrical figures.) σχήμα
    3) (a symbol representing a number: a six-figure telephone number.) ψηφίο
    4) (a diagram or drawing to explain something: The parts of a flower are shown in figure 3.) (σχε)διάγραμμα
    2. verb
    1) (to appear (in a story etc): She figures largely in the story.) εμφανίζομαι
    2) (to think, estimate or consider: I figured that you would arrive before half past eight.) υπολογίζω
    - figuratively
    - figurehead
    - figure of speech
    - figure out

    English-Greek dictionary > figure

  • 7 плотильщик

    α.
    εργάτης κατασκευής σχε-διών.

    Большой русско-греческий словарь > плотильщик

  • 8 реализм

    α.
    1. πραγματισμός, ρεαλισμός-- в планировании хозяйства ρεαλισμός στη σχε-διοποίηση της οικονομίας.
    2. (φιλγ., Τέχνη)• αληθινή απεικόνιση της πραγματικότητας•

    реализм Л. Толстого ο ρεαλισμός του Λ. Τολστόι.

    3. (φιλοσ.)• πραγματοκρατία.
    εκφρ.
    критический реализм – κριτικός ρεαλισμός•
    социалистический реализм – σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

    Большой русско-греческий словарь > реализм

См. также в других словарях:

  • σχέ — ἔχω check aor imperat act 2nd sg ἔχω check aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεθρός — ά, όν, και ιων. τ. θηλ. σκεθρή, Α 1. επιμελώς κατασκευασμένος, ακριβής («γνώμῃ σκεθρῇ βασανίσας», Ιπποκρ.) 2. επιμελής, προσεκτικός. επίρρ... σκεθρῶς Α κατά τρόπο σκεθρό, με ακρίβεια, με επιμέλεια («προυξεπίσταμαι σκεθρῶς τὰ μέλλοντα», Αισχύλ.).… …   Dictionary of Greek

  • σχέτλιος — ία, ον, θηλ. και ίη και σπαν. ος, Α 1. (για πρόσ.) επίμονος, ακατάβλητος, απτόητος, συνήθως με παράλληλη σημασία τού τρομερού και τού ολέθριου (α. «σχέτλιός ἐσσι γεραιέ σὺ μὲν πόνου οὔ ποτε λήγεις», Ομ. Ιλ. β. «σχέτλιός εἰς, Ὀδυσσεῡ περί τι μένος …   Dictionary of Greek

  • Caraga — Infobox Philippine region name = Region XIII CARAGA map file = Ph locator region 13.png center = Butuan City population = 2,803,805 density km2 = 148.8 area km2 = 18,847.7 provinces = 5 cities = 3 municipalities = 70 barangays = 1,310 districts …   Wikipedia

  • ασχέδωρος — ἀσχέδωρος, ο (Α) ονομασία του αγριόχοιρου στη Μεγάλη Ελλάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. ο τ. ασχέδωρος < *αν σχε δορF ος < ανασχείν + δόρυ «αυτός που προβάλλει αντίσταση στο ακόντιο» (πρβλ. μεν εγχής, μεν αίχμης «ο καρτερικός στη μάχη»). Ο τ. ανήκει στη …   Dictionary of Greek

  • ηβηδόν — ἡβηδόν (Α) επίρρ. 1. κατά την εφηβική ηλικία («ἅπαντες ἡβηδόν», Ηρόδ.) 2. από την εφηβική ηλικία και πάνω («τοὺς ἄνδρας ἡβηδὸν ἀποσφάξαι», Διόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ήβη + κατάλ. επιρρ. δόν (πρβλ. βαθμη δόν, σχε δόν)] …   Dictionary of Greek

  • νοσφιδόν — (Μ) επίρρ. κρυφά. [ΕΤΥΜΟΛ. < νόσφι «μακριά, κρυφά» + επιρρμ. κατάλ. δόν (πρβλ. αναφαν δόν, σχε δόν)] …   Dictionary of Greek

  • προφθαδίην — Α επίρρ. προλαβαίνοντας, προφτάνοντας. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. προφθα τού προφθάνω + επιρρμ. κατάλ. δ ίην (με οδοντική παρέκταση δ , πρβλ. πανσυ δίην, σχε δίην) πρβλ. παρα φθα δόν] …   Dictionary of Greek

  • σχεδόν — ΝΜΑ επίρρ. κατά προσέγγιση, πάνω κάτω, περίπου (α. «είμαι σχεδόν έτοιμη» β. «πάντα τὰ πράγματα τοῑς Ἀθηναίοις σχεδὸν ὑπῆρχε», Πλούτ.) αρχ. 1. (στο έπος και στη λυρική ποίηση) (με τοπ. σημ. και συν. με δοτ.) πολύ κοντά («νῆσοι... ναιετάουσι μάλα… …   Dictionary of Greek

  • σχετέος — α, ον, Α 1. αυτός ο οποίος πρέπει να αναχαιτιστεί, να συγκρατηθεί 2. (κατ επέκτ.) απρεπής («σχετέα δρᾱν», Ιπποκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σχε τής μηδενισμένης βαθμίδας τού ρ. ἔχω* (βλ. λ. σχέση) + κατάλ. τέος τών ρηματ. επιθ. (πρβλ. απορριπτ έος). Το… …   Dictionary of Greek

  • σχετήριον — τὸ, Α 1. μέσο με το οποίο αναχαιτίζεται κάτι και, κυρίως, μέσο θεραπείας («λιμοῡ καὶ τόδε σχετήριον φάρμακον», Ευρ.) 2. είδος στυπτικού φαρμάκου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σχε τής μηδενισμένης βαθμίδας τού ρ. ἔχω (βλ. λ. σχέση, σχετέος) + επίθημα τήριον… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»