Перевод: с греческого на немецкий

σίτου

См. также в других словарях:

  • σιτοῦ — σιτέομαι take food pres imperat mp 2nd sg (attic) σιτέομαι take food imperf ind mp 2nd sg (attic) σιτέω take food pres imperat mp 2nd sg (attic) σιτέω take food imperf ind mp 2nd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίτου — σί̱του , σῖτος grain masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίτου, νόμοι — (corn laws αγγλικά). Ονομασία που δόθηκε στη νομοθεσία που εφαρμόστηκε στην Αγγλία για τέσσερις και περισσότερο αιώνες (από το 1436 ως το 1846) στο εμπόριο των σιτηρών για προστατευτικούς σκοπούς. Στα εισαγόμενα δημητριακά επιβάλλονταν αρκετά… …   Dictionary of Greek

  • Ἡ ἐπιθυμία τοῦ σίτου ὄψον. — ἡ ἐπιθυμία τοῦ σίτου ὄψον. См. Голод лучший повар …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • σίτος — ο / σῑτος, ΝΜΑ, και ετερόκλ. τ. πληθ. τά σίτα, Α το σιτάρι νεοελλ. φρ. «συγκέντρωση σίτου» η από το κράτος αγορά τής ετήσιας εγχώριας σιτοπαραγωγής σε τιμές ανώτερες τών εισαγόμενων από το εξωτερικό σιτηρών με στόχο αφ ενός την προστασία τού… …   Dictionary of Greek

  • MYSTERIUM — Graeca vox, paganis olim frequens, nec Scripturis Patribusque ignota. Origo nominis Hebraica, satar enim eccultare est: Mistar, aut Mister est res obscondita, secretum. Graeci Grammatici etymon varie explicant, Μυεῖν est arcanam doctrinam tradere …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PARASITI — apud Athenienses iidem, qui apud Romanos Epulones fuêre Nam τὸ τοῦ παρασίτου ὅνομα, Athenaeus l. 6. πάλας̔ ἦν σεμνὸν καὶ ἱερὸν, Nomen Parasiti olim venerabile erat et Sacrum, Habebant autem quilibet populi seu Δῆμοι Reip. Atheniensis suos… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PATRIMONIUM — proprie quod nobis a Parentibus relictum est et a Maioribus obtingit, Cicer. l. 2. Ep. Famil. ad Caelium: adeoque res ipsas nobis relictas. sicut Hereditas ius a Patre relictum, denotat, Idem de Offic. l. 1. Varie sumitur apud ICtos, ut vulgarem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δαυλίτης — Ασθένεια των σιτηρών, η οποία προκαλείται από έναν βασιδιομύκητα (τιλέτια του σίτου)και είναι μία από τις πιο βλαβερές για το σιτάρι. Η μόλυνση γίνεται τη στιγμή της βλάστησης του σπόρου, από τα χλαμυδοσπόρια του μύκητα, που βρίσκονται πάνω στον… …   Dictionary of Greek

  • λώγη — (Α) (κατά τον Ησύχ.) «καλάμη, καὶ συναγωγή σίτου». [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. με τη σημ. «συναγωγή σίτου» και, κατ επέκταση, με τη σημ. «καλάμη» ως «συλλογή αχύρου» συνδέεται με το λέγω «συλλέγω», πρβλ. και λωγάω, ἐλώγη (= ἔλεγε, κατά τον Ησύχ.)] …   Dictionary of Greek

  • πυραμητός — ὁ, Α 1. η εποχή τού θερισμού τού σίτου 2. ο θερισμός τού σίτου. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυρός «σίτος» + ἀμητός/ ἄμητος «ο καιρός τού θερισμού» (< ἀμῶ «θερίζω»)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»