-
1 πυροβολώ
[βυστούκιβανιιε] ονσ. ο. (ιατρ) επίκρουση -
2 выстрелить
πυροβολώ, ρίχνω με όπλο -
3 стрелять
стрелять πυροβολώ; \стрелять в цель κάνω σκοποβολή; \стрелять из лука τοξεύω, σαϊτεύω* * *стреля́ть в цель — κάνω σκοποβολή
стреля́ть из лу́ка — τοξεύω, σαΐτεύω
-
4 выпаливать
выпаливатьнесов, выпалить сов1. (стрелять) πυροβολώ:\выпаливать из ружья πυροβολώ, βάλλω μέ τό τουφέκι·2. перен ἐκστομίζω, ξεστομίζω. -
5 выстрелить
ρ.σ. πυροβολώ, τουφεκώ, ρίχνω, βάλλω•выстрелить в воздух πυροβολώ στον αέρα.
-
6 пропалить
ρ.σ.μ. (απλ.)-καίω• τρυπώ με το κάψιμο•пропалить передник καίω την ποδιά.
|| καίω (για ένα χρον. διάστημα).ρ.σ. παλ.1. πυροβολώ.2. πυροβολώ (για ένα χρον. διάστημα). -
7 прострелять
-яю, -яешь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. прострелянный, βρ: -лян, -а, -оρ.σ.μ.1. πυροβολώ για δοκιμή, δοκιμάζω καινούριο όπλο.2. πυροβολώ (για ένα χρον. διάστημα). -
8 пулять
-яю, -яешьρ.δ. (απλ.) πυροβολώ, ντουφεκίζω•пулять в воздух πυροβολώ στον αέρα.
|| ρίχνω, πετώ•пулять камнями πετροβολώ, λιθοβολώ.
-
9 стрелять
ρ.δ.1. πυροβολώ, τουφεκίζω, ρίχνω, βάλλω•стрелять из винтовки πυροβολώ με το τουφέκι, τουφεκίζω•
стрелять из пушек κανονιοβολώ•
он хорошо -ет αυτός ρίχνει καλά.
2. μ. σκοτώνω, φονεύω (με πυροβόλο όπλο).3. μτφ. σκάζω, κροτώ, χτυπώ•в печке -ют дрова στη θερμάστρα σκάζουν τα ξύλα•
мотор -ет το μοτέρ κρότεί (χτυπά).
4. (απρόσ.) μου περνά οξύς (σουβλερός) πόνος.5. (απλ.) προσλιπαρώ•стрелять деньги προσλιπαρώ χρήματα.
εκφρ.стрелять глазами – ρίχνω γρήγορες ματιές, κοιτάζωστα πεταχτά.1. αυτοκτονώ με πυροβόλο όπλο.2. παλ. μονομαχώ με πιστόλι.3. πυροβολούμαι, τουφεκίζομαι.4. φονεύομαι, σκοτώνομαι. -
10 трахнуть
ρ.σ.1. κροτώ, βροντώ• μπουμπουνίζω•далеко -ул выстрел μακριά βρόντηξε ντουφέκια•
трахнуть из ружья τουφεκίζω, πυροβολώ.
|| τουφεκίζω, πυροβολώ.2. μ. χτυπώ δυνατά•, трахнуть кулаком по столу χτυπώ δυνατά τη γροθιά στο τραπέζι.3. (απλ.) κινώ απότομα, γρήγορα• τραβώ•трахнуть за галстук τραβώ από τη γραβάτα•
-ем туда πάμε γρήγορα προς τα κει.
1. πέφτω με δυνατό κρότο, γδουπώ.2. χτυπώ, προσκρούω σε κάτι•трахнуть головой о перекладину χτυπώ το κεφάλι στο οριζόντιο δοκάρι.
-
11 расстрелять
1. (подвергнуть казни, лишить жизни) εκτελώ τη θανατική ποινή διά πυροβολισμού (από το εκτελεστικό απόσπασμα) 2. (подвергнуть сильному обстрелу, нанести поражение) πυροβολώ, σκοτώνω.Русско-греческий словарь научных и технических терминов > расстрелять
-
12 выстрел
выстрел м о πυροβολισμός, - η βολή η τουφεκιά (из винтовки)· η κανονιά (из пушки) выстрелить πυροβολώ, ρίχνω με όπλο* * *м -
13 застрелить
-
14 бить
битьнесов1. (избивать) χτυπῶ, κτυπώ, δέρνω, ξυλοκοπώ;2. (ударять) χτυπώ, κτυπῶ:\бить в барабан χτυπῶ τό τύμπανο; \бить в колокол χτυπῶ τήν καμπάνα; \бить хвостом χτυπῶ μέ τήν οὐρά;3. перен μαστιγώνω, καυτηριάζω (бичевать)/ βλάπτω, προξενῶ ζημία[ν] (наносить вред):\бить по карману ζημιώνω, ξεπαραδιάζω, ξετινάζω;4. (разбивать) σπάζω, θραύω, θρυμματίζω:\бить посуду σπάζω (или σπάνω) τά πιατικά;5. (убивать скот) σφάζω;6. охот. κυνηγώ, θηρεύω, χτυπῶ;7. (обстреливать) πυροβολώ, βάλλω:\бить в цель χτυπώ (είς) στό σημάδι;8. (о часах) χτυπώ, κτυπώ:часы бьют τό (ώ)ρολόγι χτυπἄ;9. (побеждать) νικώ:\бить врага νικώ τόν ἐχθρό; ◊ \бить баклуши γυρίζω ἀργόσχολος; бьющий через край πού ξεχειλίζει, ἀφθονος; источник бьет ἡ πηγή ἀναβλύζει, ξεπηδἄ; \бить тревогу, \бить в набат χτυπώ συναγερμό, σηκώνω στό ποδάρι; \бить отбо́й σαλπίζω ἀνάπαυση, σαλπίζω σιωπητήριο; меня бьет лихорадка μέ καίει ὁ πυρετός. -
15 выстрелить
выстрелитьсов πυροβολώ. -
16 обстреливать
обстреливатьнесов, обстрелять сов πυροβολώ, βάζω πυρά / κανονιοβολώ (из орудий)/ τουφεκίζω (из ружья)/ πολυ-βολώ, μυδραλλιοβολώ (из пулемета). -
17 палить
палить Iнесов1. καίω, καίγω:солнце пали́ло ὁ ήλιος ἐκαιγε·2. (птицу и т.п.) καψαλίζω.палить IIнесов (стрелять) разг ρίχνω, πυροβολώ:\палить из пу́шек ρίχνω κανονιές· пали́! (команда) πῦρ!, φωτιά! -
18 пальба
пальб||аж разг ὁ πυροβολισμός, τά πυρά:ружейная \пальба τό τουφεκίδι· \пальба из пу́шек τό κανονίδι, οἱ κανονιοβολισμοί· открыть \пальбау ἀνοίγω πῦρ, ἀρχίζω νά πυροβολώ. -
19 пристреливать
пристреливать Iнесов (убивать) πυροβολώ, τουφεκίζω, σκοτώνω μέ πυροβολισμό.пристреливать IIнесов воен. κανονίζω τήν βολή. -
20 простреливать
простреливатьнесов1. διατρυπώ μέ σφαίρα:\простреливать руку διατρυπώ μέ σφαίρα τό χέρι, τραυματίζομαι ἀπό σφαίρα στό χέρι·2. воен. πυροβολώ, βάλλω μέ πυρά:\простреливать ущелье βάλλω κατά τής χαράδρας.
См. также в других словарях:
πυροβολώ — πυροβολώ, πυροβόλησα βλ. πίν. 73 και πρβλ. πυροβολάω … Τα ρήματα της νέας ελληνικής
πυροβολώ — (I) έω, Α σπέρνω σιτάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυρός «σίτος» + βολῶ (< βόλος < βάλλω), πρβλ. λιθο βολώ]. (II) έω, Ν [πυροβόλος] 1. (αμτβ.) βάλλω με πυροβόλο όπλο 2. (μτβ.) κατευθύνω εναντίον κάποιου τη βολή πυροβόλου όπλου («τόν πυροβόλησε σχεδόν… … Dictionary of Greek
πυροβολώ — πυροβόλησα, πυροβολήθηκα, πυροβολημένος, μτβ. και αμτβ. 1. ρίχνω, κατευθύνω βολή εναντίον κάποιου. 2. ρίχνω με πυροβόλο όπλο … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
αντιπυροβολώ — πυροβολώ εναντίον εκείνου που με πυροβόλησε … Dictionary of Greek
κουμπουριάζω — πυροβολώ με κουμπούρα, πιστολίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κουμπούρα ή κουμπούρι] … Dictionary of Greek
συμπυροβολώ — έω, Ν πυροβολώ μαζί με άλλους, πυροβολώ ταυτόχρονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + πυροβολώ. Το ρ. μαρτυρείται από το 1888 στον Σπ. Τρικούπη] … Dictionary of Greek
οπισθοβολώ — έω 1. βάλλω, πυροβολώ εναντίον κάποιου από πίσω 2. βάλλω, πυροβολώ προς τα πίσω. [ΕΤΥΜΟΛ. < οπισθ(ο) * + βολώ (< βόλος < βάλλω)] … Dictionary of Greek
πυροβολισμός — ο, Ν 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πυροβολώ, η εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου 2. ο ήχος που παράγεται κατά την εκπυρσοκρότηση οποιουδήποτε πυροβόλου όπλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυροβολώ + κατάλ. ισμός τών ρ. σε ίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1825… … Dictionary of Greek
πυροβόληση — η, Ν η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πυροβολώ, η βολή με πυροβόλο όπλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυροβολώ. Η λ., στον πληθ. πυροβολήσεις, μαρτυρείται από το 1833 στους Ἑλληνικούς Κώδικες] … Dictionary of Greek
σκεύος — ους, το / σκεῡος εος, ΝΜΑ, και μτγν. τ. πληθ. σκέα και σκεῡα Α κάθε κινητό κατασκεύασμα, όπως λ.χ. αγγείο, δοχείο, εργαλείο, έπιπλο, που είναι χρήσιμο για τις ανάγκες τού ανθρώπου (α. «τοὺς έκλεψαν όλα τα χρυσά σκεύη» β. «κἂν ἐκβάλῃ σκεῡός τι… … Dictionary of Greek
ανοίγω — (AM ἀνοίγω, Α και ἀνοιγνύω και ἀνοίγνυμι) 1. αποφράσσω κάτι, του αφαιρώ το κάλυμμα 2. (για δικαστικές πράξεις) αποσφραγίζω και κοινοποιώ 3. απομακρύνω από τη στεριά, φέρνω στο ανοιχτό πέλαγος 4. εγχειρίζω, τέμνω, κόβω το δέρμα 5. δημιουργώ, ιδρύω … Dictionary of Greek