Перевод: с греческого на русский

с русского на греческий

οὐ τὰ ἄριστα

См. также в других словарях:

  • Ἀρίστα — Ἀρίστᾱ , Ἀρίστη fem nom/voc/acc dual Ἀρίστᾱ , Ἀρίστη fem nom/voc sg (doric aeolic) Ἀρίστᾱ , Ἀρίστης masc nom/voc/acc dual (doric) Ἀρίστᾱ , Ἀρίστης masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρίστα — ἀρίστᾱ , ἄριστος best fem nom/voc/acc dual ἀρίστᾱ , ἄριστος best fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀ̱ρίστᾱ , ἀριστάω take the imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀ̱ρίστᾱ , ἀριστάω take the pres imperat act 2nd sg ἀ̱ρίστᾱ , ἀριστάω take the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άριστα — επίρρ. τροπ. 1. τελείως καλά, πάρα πολύ καλά: Η υγεία του πάει άριστα. 2. ο μεγαλύτερος βαθμός που μπορούν να πάρουν αυτοί που σπουδάζουν (στα μαθήματα, τις εξετάσεις, τα διπλώματα κτλ.): Πήρε το ενδεικτικό του με άριστα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀριστᾷ — ἀ̱ριστᾷ , ἀριστάω take the pres subj mp 2nd sg ἀ̱ριστᾷ , ἀριστάω take the pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἀ̱ριστᾷ , ἀριστάω take the pres subj act 3rd sg ἀ̱ριστᾷ , ἀριστάω take the pres ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄριστα — Ἀρίστης masc voc sg (doric) Ἀρίστης masc nom sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄριστα — ἄριστον morning meal neut nom/voc/acc pl (epic) ἄ̱ριστα , ἄριστον morning meal neut nom/voc/acc pl (attic) ἄριστος best neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρίστας — Ἀρίστᾱς , Ἀρίστευς masc acc pl Ἀρίστᾱς , Ἀρίστη fem acc pl Ἀρίστᾱς , Ἀρίστη fem gen sg (doric aeolic) Ἀρίστᾱς , Ἀρίστης masc acc pl (doric) Ἀρίστᾱς , Ἀρίστης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἄριστα — Ἄριστα , Ἀρίστης masc voc sg (doric) Ἄριστα , Ἀρίστης masc nom sg (epic doric) ἄριστα , ἄριστον morning meal neut nom/voc/acc pl (epic) ἄ̱ριστα , ἄριστον morning meal neut nom/voc/acc pl (attic) ἄριστα , ἄριστος best neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρίσταν — Ἀρίστᾱν , Ἀρίστη fem acc sg (doric aeolic) Ἀρίστᾱν , Ἀρίστης masc acc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρίστας — ἀρίστᾱς , ἄριστος best fem acc pl ἀρίστᾱς , ἄριστος best fem gen sg (doric aeolic) ἀ̱ρίστᾱς , ἀριστάω take the imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀ̱ρίστᾱς , ἀριστάω take the imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρισθ' — ἄριστα , ἄριστον morning meal neut nom/voc/acc pl (epic) ἄ̱ριστα , ἄριστον morning meal neut nom/voc/acc pl (attic) ἄριστα , ἄριστος best neut nom/voc/acc pl ἄριστε , ἄριστος best masc voc sg ἄρισται , ἄριστος best fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»